Τετάρτη, 04 Δεκεμβρίου 2019 23:01

Κουλούρης Γιώργος

koulgioΟ Γιώργος Κουλούρης (Μαριδής), αδελφός του Γιάννη Κουλούρη, γεννήθηκε στη Λευκίμμη τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Έμεινε στη μνήμη των συντρόφων του και των συγχωριανών του ως άνθρωπος με ζηλευτό ήθος.

Έμαθε την τέχνη του βελονά και εργάστηκε σε ραφεία συγγενών του.

Στη διάρκεια της ιταλικής Κατοχής της Κέρκυρας έφυγε με άλλους κομμουνιστές της Λευκίμμης για τα πολεμήσει με τον ΕΛΑΣ στα βουνά της Ηπείρου. Με τον αδελφό του Γιάννη και δύο συναγωνιστές τους αποβιβάστηκαν με βάρκα στην Πάργα, με σκοπό ν' ανεβούν στο βουνό και να πολεμήσουν  τον κατακτητή. Ανηφορίζοντας για το Σούλι, «έπεσαν πάνω» σε Εδεσίτη, που τους πρότεινε να καταταγούν στον ΕΔΕΣ. Γνωρίζοντας ότι το αρχηγείο του ΕΛΑΣ Σουλίου δεν είχε ακόμα συγκροτηθεί και δεν διέθετε οπλισμό, για λόγους τακτικής επέλεξε να καταταγεί για λίγο στον ΕΔΕΣ. Ξυπόλητος και ρακένδυτος, όπως και ο αδελφός του, έφτασε στο αρχηγείο του ΕΔΕΣ.

Αφηγήθηκε ο αδελφός του Γιάννης σε σημειώσεις του:

 «Ο Γιώργης (...) αποφάσισε να καταταγεί, να πάρει ρούχα και οπλισμό και να φύγει για το Σούλι και τον ΕΛΑΣ. Κάποιος όμως τον πρόδωσε, τον πιάνουν και τον περνούν στρατοδικείο. Για καλή του τύχη η γυναίκα κάποιου (...) τον συμπάθησε, μίλησε στους Εγγλέζους και πήρε χάρη. Έτσι ο Γιώργης ρακένδυτος ήρθε και με βρήκε στο Σούλι».

Εκεί, κατά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, μαζί με άλλους Ιταλούς παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ κάποιος που τον είχε σακατέψει στο ξύλο, στη Λευκίμμη, κάποια στιγμή που τον είχε πιάσει. Ενώ ο Ιταλός κατέρρευσε, ο Γιώργος Κουλούρης είχε το ήθος και τη γενναιότητα να του πει: «Εμείς είμαστε αγωνιστές και τους αιχμαλώτους δεν τους βασανίζουμε. Πήγαινε στους συντρόφους σου και καλή πατρίδα».

Αργότερα, εντάχθηκε στους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Σύμφωνα με αφήγηση του αδελφού του Γιάννη, έδειξε μεγάλο ηρωισμό στη μάχη της Μουργκάνας.

Τον Νοέμβριο του 1949, σε συνθήκες παρανομίας και άγριων διωγμών εις βάρος κομμουνιστών, επελέγη να μεταβεί από τα βουνά της Ηπείρου στην Κέρκυρα, μαζί με τον  Αρσένη Κουλούρη και έναν ακόμη συναγωνιστή τους, με στόχο  την εμψύχωση και την ανασυγκρότηση των χτυπημένων βαριά από τις διώξεις τοπικών κομματικών οργανώσεων. Αποβιβάστηκε με μια λαστιχένια βάρκα κοντά στο Γαστούρι και τις Μπενίτσες, στη γέφυρα του Αχιλλείου, τη νύχτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου. Ο εντοπισμός της μισοβυθισμένης βάρκας τους προκάλεσε απίστευτη κινητοποίηση των διωκτικών αρχών της Κέρκυρας. Ο στρατιωτικός διοικητής του νησιού Σακελλαρόπουλος με ανακοίνωσή του κάλεσε τους κατοίκους «ου μόνον να μη παράσχωσιν ουδεμίαν περίθαλψιν, αλλά και αμέσως να σπεύσωσι εις το πλησιέστερον Αστυνομικόν ή Στρατιωτικόν Τμήμα και αναφέρωσιν πάσαν πληροφορίαν».

Εξαντλημένος και πεινασμένος, τις 2 Δεκεμβρίου 1949 το απόγευμα μπήκε μόνος του στο εξοχικό κέντρο «Σπίνουλας», στο χωριό Γαστούρι, για να αγοράσει ψωμί και τυρί. Προκάλεσε εντύπωση και σε λίγο εμφανίστηκε χωροφύλακας με προτεταμένο περίστροφο, απειλώντας τη ζωή του. Ο Γιώργος Κουλούρης τον πυροβόλησε και ο χωροφύλακας λίγες ώρες αργότερα εξέπνευσε. Μόνος του άρχισε να περιπλανιέται για να αποφύγει τη σύλληψη. Έφθασε στη Λευκίμμη δύο ημέρες μετά, αφού πέρασε πολλές ώρες κρυμμένος κάτω από τη γέφυρα της περιοχής Μεσογγή.

Ο τοπικός Τύπος του νησιού σε έξαλλα άρθρα του έκανε λόγο για «κομμουνιστές δολοφόνους». Στις 5 Δεκεμβρίου έγινε γνωστή η ταυτότητα της ομάδας των τριών τους. «Από της χθες (5-12-1949) το ζήτημα της εξοντώσεως των ολιγαρίθμων αναρχικών των εισδυσάντων εις την Νήσον μας εισέρχεται εις την τελικήν φάσιν. Η εξόντωσις των ληστοσυμμοριτών είναι δυνατόν να αναγγελθή εις στιγμήν χάρις εις τα ληφθέντα μέτρα υπό των ενόπλων δυνάμεων και την πατριωτικοτάτην μετ’ αυτών συνεργασία του Κερκυραϊκού λαού. Χθες υπό την πίεσιν των Εθνικών τμημάτων παρεδόθει εις τας αρχάς ο συμμορίτης (...), μέλος της μικροομάδος των συμμοριτών της εισδυσάσης εις Κέρκυραν δια της λέμβου της ανευρεθείσης ημιβυθισμένης εις τον όρμον των Μπενιτσών. Οι υπόλοιποι καταδιωκόμενοι υπό των εμπείρων μας μαχητικών ομάδων ή θα εξοντωθούν ή θα παραδοθούν… Ούτω η απόπειρα του ληστοσυμμοριτισμού να αιματοκυλήσει και την Κέρκυραν συνετρίβη εις την πρώτην αυτής εκδήλωσιν», έγραφε η τοπική «Ελευθερία».

Εντοπίστηκε λίγες ημέρες μετά στο πατρικό του σπίτι, σε επίσκεψή του μαζί με τον επίσης καταδιωκόμενο σύντροφό του Αρσένη Κουλούρη. Στην ενέδρα της Χωροφυλακής έξω από το σπίτι του, αντί να αιφνιδιαστεί, αιφνιδίασε. Βγήκε από το σπίτι και φώναξε στους χωροφύλακες: «Πέστε κάτω, κρατάω χειροβομβίδα». Αυτό που κράταγε ήταν ένα κομμάτι  ξύλο. Κερδίζοντας χρόνο, διέφυγε με τον Αρσένη Κουλούρη προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τέσσερις ημέρες μετά, κυνηγημένος, έφθασε στην πόλη της Κέρκυρας. Αναγνωρίστηκε σε καπνοπωλείο της οδού Γεωργίου Θεοτόκη, αλλά αρνήθηκε να παραδοθεί σε αστυφύλακα που τον διέταξε να σταματήσει. Τότε, οι πυροβολισμοί του αστυφύλακα του συνέτριψαν τα πόδια.

Σε κελί των μελλοθανάτων στις φυλακές της Ιωαννίνων, όπου μεταφέρθηκε, ο Γιώργος Κουλούρης ένοιωθε για μέρες την ψυχρή ανάσα του θανάτου στο σβέρκο του. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων, με όλων των ειδών τις κατηγορίες που μπορούσαν να του φορτώσουν για τη δράση του με το ΚΚΕ. Απέφυγε τελικά τον θάνατο, αλλά έχασε τα νιάτα του στη φυλακή. 

Ο διοικητής του ΕΔΕΣ στην Κέρκυρα είχε λάβει τότε, λέγεται, μια επιστολή από το εξωτερικό. Αποστολέας εμφανιζόταν στενός συγγενής του Γιώργου Κουλούρη. Απειλούσε αυτόν και άλλους με αίμα και μαχαίρι, αν εκτελούσαν τον Γιώργη του. «Δεν θα γλυτώσει κανένας σας. Μεσάνυχτα θαρθούμε στο χωριό εκδικητές και το αίμα σας και το αίμα των παιδιών σας θα τρέξει ποτάμι…», έλεγε, όπως υποστηρίζεται.

Ο Γιώργος Κουλούρης έμεινε στη φυλακή δεκαεπτά χρόνια, μέχρι το 1966. Αποφυλακίστηκε σε εφαρμογή μέτρων πολιτικής αμνήστευσης.

Τότε, σύμφωνα με αφήγηση του ανιψιού του Σπύρου Κουλούρη (Μαριδή), επισκέφθηκε την οικογένεια του χωροφύλακα που είχε σκοτώσει. Κάθισε μαζί τους και τους ζήτησε συγνώμη. Τους εξήγησε ότι δεν ήθελε να σκοτώσει, ότι ήταν ένα ατύχημα, μια κακιά στιγμή.

Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 ο Γιώργος Κουλούρης τάχθηκε με το ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού».

Πέθανε στη Λευκίμμη τα τέλη της δεκαετίας του 1980.

1

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019 16:50

Please publish modules in offcanvas position.