Γέννημα-θρέμμα της Κέρκυρας, ο δάσκαλος Κώστας Χυτήρης από το χωριό Κουραμάδες έρχεται ξανά τις μέρες αυτές στη μνήμη μας, μέσα από περιγραφές συναγωνιστών του και οικείων του, ως φωτεινό παράδειγμα αγωνιστή πατριώτη αφοσιωμένου στο δίκιο του λαού, καθώς ήταν ένας από τους κομμουνιστές που -αρνούμενοι να αποκηρύξουν τα λαϊκά δίκαια και το ΚΚΕ- παραδόθηκαν από τους αξιωματούχους της μεταξικής δικτατορίας και τους διαδόχους τους στους κατακτητές και εκτελέστηκαν από τους ναζί την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Ο Χυτήρης, ένας από τους αθάνατους «200», είχε συλληφθεί τις αρχές του 1937 και έμεινε δέσμιος επί επτά χρόνια και έξι περίπου μήνες, χωρίς να προδώσει τις αρχές του και τον λαό. Δόθηκε το 1941 στους ξένους κατακτητές φυλακισμένος στο κάτεργο της Ακροναυπλίας, μαζί με εκατοντάδες συναγωνιστές του, ενώ αυτό συνέβαινε τις ίδιες μέρες και με συντρόφους του πρωτοπόρους κομμουνιστές που κρατούνταν στη φυλακή του γενέθλιου τόπου του. Πράγματι, αυτό έγινε (και) στην Κέρκυρα τον Απρίλιο του 1941, με την κατάληψή της από τους Ιταλούς.
Οι αρχές της Κέρκυρας είχαν παραδώσει στους Ιταλούς εισβολείς και κατακτητές, μαζί με το νησί, σιδηροδέσμιους στις φυλακές της πόλης κομμουνιστές - ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ και λαϊκών οργανώσεων, αρνούμενες ακόμη και τότε να τους απελευθερώσουν, παρόλο που εκείνοι από την πρώτη μέρα κήρυξης του πολέμου είχαν ζητήσει να αφεθούν ελεύθεροι και να σταλούν στο μέτωπο να πολεμήσουν τους Ιταλούς. Τους είχαν κρατήσει μάλιστα φυλακισμένους ακόμη και όταν βόμβες ιταλικών αεροπλάνων, τις πρώτες μέρες του πολέμου, είχαν πλήξει τη φυλακή και μια ακτίνα της είχε γίνει συντρίμμια.
Λίγους μήνες μετά, πάλι το 1941, η Νομαρχία Κέρκυρας, όπως πιστοποιεί σχετικό έγγραφο, είχε εντολή από την Αθήνα, δηλαδή από τις προδοτικές ελληνικές αρχές της περιόδου, να ενημερώνει τον φασίστα κατακτητή για τα πρόσωπα που συμπεριλαμβάνονταν σε διατηρούμενα από τη μεταξική δικτατορία «βιβλία κομμουνιστών» και για τα στοιχεία που περιείχαν αυτά τα «βιβλία» για κάθε πρόσωπο.
![]() | ![]() |
Σώζεται επίσημο δισέλιδο έγγραφο της δοσιλογικής κυβέρνησης της Αθήνας προς τη Νομαρχία Κέρκυρας (βλ. πιο πάνω), σύμφωνα με το οποίο η τελευταία, όπως και κάθε Νομαρχία και τοπική διοίκηση Χωροφυλακής και Αστυνομίας, διατασσόταν να παραδίδει στον κατακτητή στοιχεία, ακόμη και για άτομα που σε κάποια φάση της ζωής τους είχαν συνεργαστεί με τους κομμουνιστές ή είχαν «μετανοήσει» είτε είχαν θεωρηθεί κομμουνιστές χωρίς αποδείξεις και για τους λόγους αυτούς είχαν διαγραφεί από τα «βιβλία κομμουνιστών», έτσι ώστε να κριθούν εκ νέου από τον ξένο κατακτητή.
Πρόκειται για έγγραφο - εμπιστευτική εγκύκλιο (με αρ. 13/1941) της «Διεύθυνσης Εθνικής Ασφαλείας» του υπουργείου «Δημόσιας Ασφαλείας» της προδοτικής κυβέρνησης Τσολάκογλου με ημερομηνία 16 Αυγούστου 1941, που το υπέγραφε ο πρώην υποστράτηγος της Χωροφυλακής κατοχικός υπουργός Νικόλαος Μάρκου και απευθυνόταν προς το «Γραφείον κ. Πρωθυπουργού», με κοινοποίηση στα Αρχηγεία και τις Διοικήσεις αξιωματικών Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων, τους περιφερειακούς Γενικούς Διοικητές και τους Νομάρχες της χώρας. Δεν γνωρίζουμε να έχει δημοσιευτεί ποτέ ή να έχει αναφερθεί η ύπαρξη τέτοιου εγγράφου των προδοτικών κυβερνητικών αρχών της Αθήνας, το οποίο αποτελεί βέβαια απλώς άλλη μία αδιαμφισβήτητη απόδειξη της συνέργειας ελληνικών αρχών στην παράδοση και εξόντωση των κομμουνιστών από τους κατακτητές, καθώς αποτελούσαν τους βασικούς αντιπάλους των τελευταίων, λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου του ΚΚΕ στη συγκρότηση του ΕΑΜ και των άλλων αντιστασιακών πατριωτικών οργανώσεων εναντίωσης στους ξένους κατακτητές και τους Έλληνες συνεργάτες τους, με σκοπό την απελευθέρωση της χώρας και την εξασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας. Το έγγραφο σώζεται στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας, όπου και εντοπίστηκε πρόσφατα.
Φέρει την παραπλανητική επιγραφή «Περί τακτοποιήσεως και αποκαταστάσεως των βαρυνομένων με την κατηγορία του κομμουνισμού ατόμων» και αφού αναφέρει ότι το 1939 τα «βιβλία κομμουνιστών» είχαν «εκκαθαριστεί» από άτομα που δεν έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται πια σε αυτά σημειώνει, απερίφραστα, για την κατάδοση των κομμουνιστών στις κατοχικές αρχές: «Συνεπώς (...), ασφαλώς αι Υπηρεσίαι Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων θα δίδωσι και πρέπει να δίδωσιν εις τας Αρχάς Κατοχής, εις σχετικάς αιτήσεις των, ή άλλας υπηρεσιακάς ενεργείας των, τα ονοματεπώνυμα των μετά την εκκαθάρισιν, εναπομεινάντων εγγεγραμμένων εις τα βιβλία κομμουνιστών, ατόμων».
Ο Ν. Μάρκου, που μετά την απελευθέρωση της χώρας καταδικάστηκε μόνο για απλή «διευκόλυνση του εχθρού» σε υποτιθέμενη φυλάκιση 11 ετών και αφέθηκε ελεύθερος το 1951 επί κυβέρνησης Ν. Πλαστήρια με «απονομή χάριτος» από το Παλάτι, στο ίδιο κατάπτυστο έγγραφό του έδινε επίσης εντολή για παροχή στοιχείων στον κατακτητή ακόμη και για πρόσωπα που δεν ήταν στην πραγματικότητα ποτέ ή δεν ήταν πια κομμουνιστές, ώστε αυτά να επαναξιολογηθούν, αναφέροντας: «Διετάχθησαν δε ήδη αι υπηρεσίαι Ασφαλείας, όπως διεπόμεναι υπό του πνεύματος ειλικρινούς συνεργασίας μετά των Αρχών Κατοχής, ανακοινώσιν εις αυτάς, εις σχετικάς αιτήσεις των, και τα ονοματεπώνυμα των διαγραφέντων των βιβλίων κομμουνιστών ατόμων, μεριμνώσιν όμως όπως, εν συνεννοήσει μετά των κ.κ. Γενικών Διοικητών, Νομαρχών και Επάρχων, ενημερώσωσι πλήρως ταύτας, περί των λόγων της εγγραφής και διαγραφής των βιβλίων κομμουνιστών των ατόμων αυτών, προς πρόληψιν συλλήψεως και διώξεων εκείνων ιδίως, οίτινες ουδεμίαν σχέσιν είχον με τον κομμουνισμόν, ως εκ της γενομένης εκκαθαρίσεως και τακτοποιήσεως διεπιστώθη, και να παράσχωσι πάσαν πληροφορίαν χρήσιμον εις τας αρχάς κατοχής, δι' οιονδήποτε άτομον, του οποίου, κατόπιν διαταγής των διετάχθη η σύλληψις, δια την μόρφωσιν ασφαλούς γνώμης περί του συλληφθέντος ατόμου, ώστε όλως αντικειμενικώς αι αρχαί κατοχής διαφωτιζόμεναι παρά των υπευθύνων ημετέρων Αστυνομικών Αρχών, να δύνανται να αποφασίζωσι περί της περαιτέρω τύχης του συλληφθέντος ατόμου ως κομμουνιστού».
Ακόμη, διέτασσε την περαιτέρω συνεργασία των αρχών της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας με τις κατοχικές αρχές σε συλλήψεις των -αντιστασιακών βέβαια- κομμουνιστών, που θα κρίνονται από τον κατακτητή με... ασφαλή και αμερόληπτα κριτήρια (!!!), αναφέροντας επί λέξει: «Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμεν, ότι και η ειλικρινής συνεργασία των Αστυνομικών Αρχών μετά των Αρχών Κατοχής θα συνεχίζηται, ως και μέχρι σήμερον, να υφίσταται και η θέσις των εκάστοτε επί κομμουνισμώ συλλαμβανομένων ατόμων, είτε παρά των ιδίων αρχών κατοχής, είτε τη αιτήσει αυτών, από μέρους των ημετέρων οργάνων Ασφαλείας, θα αποσαφηνίζηται και η περαιτέρω τύχη αυτών θα κρίνηται κατά τον πλέον αμερόληπτον, αντικειμενικόν και ασφαλή τρόπον».

Είναι χαρακτηριστική όσων συνέβησαν με βάση τέτοιες οδηγίες στην Κέρκυρα, στη διάρκεια της ξένης κατοχής, μια αναφορά τοπικής εφημερίδας ελεγχόμενης από τους Ιταλούς, τον Μάρτιο του 1943, σχετικά με τη σύλληψη ηγετικού κλιμακίου του ΕΑΜ (Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου) Κέρκυρας το 1942 και την καταδίκη 11 στελεχών του, κομμουνιστών και άλλων συνεργαζόμενων μαζί τους αντιστασιακών αγωνιστών, σε ποινές φυλάκισης 6-18 ετών (με... παροχή χάριτος δύο ετών). «Παραδειγματική καταδίκη εις το Στρατοδικείον της ομάδος των Κερκυραίων κομμουνιστών», έγραφε η δοσιλογική εφημερίδα «Κερκυραϊκή Ζωή», σημειώνοντας ότι οι συλλήψεις δεν θα μπορούσαν να γίνουν εάν οι τοπικές αστυνομικές αρχές «δεν επενέβαινον εγκαίρως μετά θυελλώδους αποτελεσματικότητος» στο πλευρό των κατοχικών αρχών, για την πάταξη «κομμουνιστικής» δράσης, αντίθετης στη «δημόσια τάξη» που πρέσβευαν οι διαταγές της ανώτατης διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων κατοχής της Ελλάδας. Οι Κερκυραίοι όφειλαν, σύμφωνα με το δοσιλογικό έντυπο, να αψηφούν την αντιστασιακή «κομμουνιστική προπαγάνδα» και «να εργάζονται σιωπηρώς, με σεβασμόν προς τους νόμους, με ειλικρίνειαν και εμπιστοσύνην προς τας αρχάς, με πνεύμα γαλήνης και συνεργασίας»!
Μαρτυρίες για το ξέσπασμα του πολέμου και τις φυλακές Κέρκυρας
Στην εφημερίδα «Οδηγητής» της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας (ΚΝΕ) σώθηκε το 1976 (φύλλο 113, 22 Οκτωβρίου 1976) μαρτυρία του στελέχους του ΚΚΕ Γιώργη Παπαρήγα, που ήταν φυλακισμένος από τη δικτατορία Μεταξά μαζί άλλους κομμουνιστές στο μπουντρούμι της Κέρκυρας, σχετικά με την αντίδρασή τους όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1940 και τις συνθήκες που οδήγησαν στην κατοπινή παράδοσή τους στους Ιταλούς κατακτητές του νησιού. Όπως σημείωνε η εφημερίδα, που του πήρε συνέντευξη για εκείνα τα γεγονότα, ήταν «κλεισμένος μ' άλλους 11 κομμουνιστές απ' την μεταξική διχτατορία στις φυλακές της Κέρκυρας σ' αυστηρή ατομική απομόνωση». Η περιγραφή του αναφέρεται μεταξύ άλλων και στον διαβόητο μεταξικό υπουργό Ασφαλείας Κων. Μανιαδάκη, καθώς και σε προσπάθειες των υπευθύνων της φυλακής να διαβάλουν τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, διαστρεβλώνοντας τις γνωστές δηλώσεις του για αντίσταση στους Ιταλούς εισβολείς.
Τριάντα έξι χρόνια μετά, το 1976, ο Γ. Παπαρήγας θυμόταν καλά κάποια πράγματα που είχαν συμβεί τότε, αν και λόγω της χρονικής απόστασης δεν ήταν ακριβής ίσως σε ορισμένες ημερομηνίες. Ανέφερε στην εφημερίδα, που παρουσίασε δισέλιδο αφιέρωμα για τη στάση των κομμουνιστών φυλακισμένων του μεταξικού καθεστώτος όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση το 1940 και για την παράδοσή τους από το κράτος στους κατακτητές:
Το πρωί της 28ης Οχτώβρη 1940 ακούσαμε πάνω απ' την φυλακή βοή αεροπλάνου. Δεν ξέραμε βέβαια τι γινότανε. Κατά σύμπτωση στις 11 ρίξανε βόμβα που έπεσε κοντά στην δικιά μας ακτίνα. Από τον βομβαρδισμό το κελί γέμισε πέτρες και χώματα. Ενστικτώδικα αναρωτηθήκαμε τι γίνεται...
Το μεσημέρι στο φαγητό ρωτάγαμε τους φύλακες για να μάθουμε τι συμβαίνει. Αναγκάστηκαν τότε να μας πουν ότι οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο. Αμέσως εμείς ξεσηκωθήκαμε: «Και θα μας έχετε κλεισμένους εδώ μέσα;». Μας απάντησαν πως δεν έχουν καμμιά εντολή και πως θα το αναφέρουν στον αρχιφύλακα.
Την επαύριο το βράδυ ο αρχιφύλακας έδωσε εντολή στον εφημερεύοντα φύλακα ν' ανοίξει τα κελιά και να προχωρήσουμε ένας - ένας στον διάδρομο. Στην άλλη άκρη καθόταν ο αρχιφύλακας.
«Τι ήταν αυτοί οι βομβαρδισμοί», τον ρωτήσαμε. Μας εξήγησε.
«Καλά, του λέμε και θα μας κρατήσετε κλεισμένους εδώ;».
Ο αρχιφύλακας είπε:
«Έχω διαταγή απ' τον πρόεδρό μου (σημ. εννοεί τον Μανιαδάκη) να σας λύσουμε την απομόνωση και ακόμα να σας πούμε ότι αυτό το ζήτησε ο αρχηγός σας (σημ. εννοεί ο Γ.Γ. του κόμματος)».
Κάθε τόσο επαναλάμβανε ότι δήθεν ο γραμματέας του κόμματος έκανε δηλώσεις, ότι τάχτηκε με τη διχτατορία. Είχε παραξηγήσει (;) το γράμμα του Ζαχαριάδη...
«ΨΕΜΜΑΤΑ», του λέμε εμείς. Και τότε μας υποσχέθηκε πως θα μας φέρει την εφημερίδα.
Εμείς είμασταν επιφυλακτικοί. Αμέσως του προβάλαμε τα πρώτα μας αιτήματα:
– Να μένουμε δυο - δυο στα κελιά.
– Να μένει ανοιχτό το φιλιστρίνι της πόρτας, και
– Να μας αφήσει να κουβεντιάζουμε.
Πράγματι. Το πρωί βγήκαμε στο προαύλιο. Μερικούς τους γνωρίζαμε για πρώτη φορά... Ξέραμε μόνο τα ονόματά τους με σήματα... Για πρώτη φορά μάς γνώριζε και το προσωπικό της φυλακής.
Την ίδια μέρα συνεδριάσαμε και αποφασίσαμε:
– Να καταδικάσουμε την επίθεση των Ιταλών.
– Να υποβάλλουμε υπόμνημα προς την κυβέρνηση, μέσω του διευθυντή, που να ζητάμε να στρατευτούμε και να σταλούμε στην πρώτη γραμμή.
Το υπόμνημα το κατάθεσε στον διευθυντή ο Γ. Σιάντος. Ο διευθυντής, Κρίτσας λεγόταν, ενθουσιάστηκε και είπε:
«Τώρα καταλαβαίνω ότι εσείς οι κομμουνιστές είσαστε πατριώτες. Παρ' όλα τα βασανιστήρια, παρ' όλες τις ταλαιπωρίες πραγματικά φανήκατε πατριώτες στην κρίσιμη στιγμή».
«Ευχαριστούμε, του είπαμε, αλλά από δω και πέρα τι γίνεται...».
Μας υποσχέθηκε πως θα μεταβιβάσει αμέσως το υπόμνημα στην κυβέρνηση και μας έδωσε «το λόγο της τιμής του» πως σε περίπτωση κατοχής δεν θα μας παράδινε στους κατακτητές. Βέβαια δεν τον κράτησε...
Μετά από καμιά δεκαπενταριά μέρες –ακριβώς μια βδομάδα πριν να φύγη η κυβέρνηση για το Κάιρο (σ.σ. αυτό έγινε αργότερα) – ήρθε η απάντηση: Ήταν αρνητική...
Έτσι μείναμε μέχρι που μπήκαν οι γερμανοί και οι ιταλοί στην χώρα μας και η κυβέρνηση –που δεν έκανε δεκτό το αίτημά μας– και οι επίσημες αρχές μάς παράδοσαν στον κατακτητή.
Ο Γ. Παπαρήγας ήταν αδελφός του επίσης έγκλειστου νωρίτερα στην ίδια φυλακή και δολοφονημένου στην Αθήνα το 1949 στελέχους του ΚΚΕ και Γενικού Γραμματέα της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) Μήτσου Παπαρήγα. Λόγω επιβάρυνσης της υγείας του στη φυλακή της Κέρκυρας μεταφέρθηκε αργότερα από τους Ιταλούς στο σανατόριο Πέτρας Ολύμπου για φυματικούς, κοντά στην Ελασσόνα. Από εκεί δραπέτευσε τον Ιούλιο του 1942, μαζί με άλλα στελέχη του ΚΚΕ.
Ο Γ. Σιάντος, τον οποίο αναφέρει η περιγραφή του Γ. Παπαρήγα ως το πρόσωπο που παρέδωσε το υπόμνημα των κομμουνιστών κρατουμένων της φυλακής στον διευθυντή της, δεν είναι άλλος, βέβαια, από τον κατοπινό Α' Γραμματέα του ΚΚΕ, την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 1941 ως την επιστροφή του Ν. Ζαχαριάδη από το Νταχάου της Γερμανίας τον Μάιο του 1945, Γιώργη Σιάντο.
Ο Σιάντος το 1937 είχε εξοριστεί από τη δικτατορία Μεταξά στην Ανάφη, από όπου απέδρασε. Τον Νοέμβριο του 1939 είχε συλληφθεί ξανά και οδηγήθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας, όπου παρέμενε κρατούμενος από το μεταξικό καθεστώς ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης, πριν ο τελευταίος μεταφερθεί στην Αθήνα, παραδοθεί στους κατακτητές και σταλεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων στη Γερμανία. Τον Σεπτέμβριο του 1941 ο Γ. Σιάντος, καθώς μεταφέρθηκε για δίκη στην Αθήνα, απέδρασε εκ νέου. Δύο μήνες αργότερα εκλέχτηκε Α' Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματός του. Επίσης, αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος του ένδοξου ΕΑΜ και της γνωστής ως «Κυβέρνηση του Βουνού», στη διάρκεια της Κατοχής, ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης).
Στη φυλακή της Κέρκυρας, όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1940 και όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν το νησί τον Απρίλιο του 1941, βρίσκονταν και άλλα σημαντικά στελέχη του ΚΚΕ που παραδόθηκαν από τις αρχές στην εξουσία των κατακτητών, πέρα από τους Γ. Σιάντο και Γ. Παπαρήγα. Ένα από αυτά ήταν ο έγκλειστος εκεί από τον Μάιο του 1938 πρώην βουλευτής και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Βασίλης Νεφελούδης, ο οποίος διέσωσε μνήμες του στο βιβλίο με τον τίτλο «Ακτίνα Θ'» (ασφυκτική ακτίνα διαρκούς και αυστηρής απομόνωσης κομμουνιστών κρατουμένων στις φυλακές της Κέρκυρας), που εξέδωσε το 1974. Ο ίδιος, αφού μεταφέρθηκε από τους Ιταλούς εξόριστος στο τελείως απομονωμένο τότε νησί των Παξών του νομού Κέρκυρας και κατόπιν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αντιστασιακών αιχμαλώτων στον κερκυραϊκό νησιωτικό βράχο Λαζαρέτο, την άνοιξη του 1943 οδηγήθηκε σε ανάλογο στρατόπεδο στην Ιταλία.
Στην ίδια φυλακή και στην ίδια ακτίνα βρίσκονταν, μαζί με ορισμένα ακόμη στελέχη του ΚΚΕ, άλλα δύο μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Ο ένας από αυτούς, ο Γιάννης Ζέβγος που έγινε υπουργός στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» μετά την απελευθέρωση και δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 1947, ήταν φυλακισμένος εκεί γύρω στους 18 μήνες και προς τα τέλη του 1941 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας, καταφέρνοντας να δραπετεύσει τον Μάρτιο του 1943, ενώ νοσηλευόταν σε νοσοκομείο της Αθήνας. Ο άλλος, ο Γενικός Γραμματέας του ΕΑΜ τον Αύγουστο του 1944 και επικεφαλής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στα βουνά την άνοιξη του 1949, Μήτσος Παρτσαλίδης, ήταν φυλακισμένος εκεί γύρω στους 30 μήνες, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Οδηγήθηκε τον Οκτώβριο του 1942 στην Ακροναυπλία και αργότερα στο Χαϊδάρι. Κατάφερε να δραπετεύσει, όταν ομάδα κρατουμένων χρησιμοποιήθηκε σε καταναγκαστικά έργα εκτός στρατοπέδου, τον Μάρτιο του 1944.
Οι αναμνήσεις του Νεφελούδη, μάλλον ακριβείς όσον αφορά ημερομηνίες όπως εκείνη του ιταλικού βομβαρδισμού που έπληξε και τις φυλακές της Κέρκυρας, περιλάμβαναν διάφορα επιπλέον στοιχεία, όπως αποτυπώθηκαν στη μνήμη του, για την κατάσταση κατά το ξέσπασμα του πολέμου στο μπουντρούμι ή σε ένα μέρος του κάτεργου αυτού και για την παράδοση των πολιτικών κρατουμένων της μεταξικής δικτατορίας από τις αρχές στους Ιταλούς, καθώς και για τη βοήθεια που έλαβαν από Κερκυραίους.
Έγραψε, συγκεκριμένα, ανάμεσα σε άλλα:
28 Οκτωβρίου: Σε ώρα εντελώς ασυνήθιστη, τη νύχτα, ακούω (σ.σ. στην τρομερή ακτίνα Θ') στρατιωτικά εμβατήρια. Να επιστρέφουν από γυμνάσια, τόσο αργά, αποκλείεται. Ποτέ ως τώρα δεν ξανάγινε αυτό. Κάτι έκτακτο συμβαίνει. Τι; Την ώρα που κάνω αυτές τις σκέψεις, ακούω τα βήματα του φύλακα στο διάδρομο. Τα φώτα στα κελλιά τα έχουν σβήσει, εδώ και αρκετή ώρα. Από την κάτω χαραμάδα της πόρτας μπαίνει μια πολύ μικρούλα λωριδίτσα φως, από το διάδρομο. Εκεί το φως μένει όλη τη νύχτα αναμμένο. Σε μια στιγμή χάνεται απ' τα μάτια μου η λωριδίτσα το φως. Ακούω και το κλικ του διακόπτη. Ο φύλακας έκλεισε και το φως του διαδρόμου. Άλλο έκτακτο περιστατικό αυτό, την ίδια ώρα. Ακούω τα βήματα του φύλακα να πλησιάζουν στο κελλί μου. Χτυπώ την πόρτα μου. Ανοίγει το πορτέλλο. Ο διάδρομος είναι σκοτεινός. Ο φύλακας κρατά στο χέρι μια λάμπα πετρελαίου, απ' αυτές που χρησιμοποιούν οι μεταλλωρύχοι στις υπόγειες στοές. Παρατηρώ ότι το γυαλί της είναι τυλιγμένο με σκούρο χαρτί. Κάπως αγριεμένος, με ρωτά τι θέλω. – Κάτι σοβαρό συμβαίνει, του λέω. Γιατί, σβήσατε το φως του διαδρόμου; – Βλάβη στο ηλεκτρικό εργοστάσιο, μου απαντά και κλείνει νευρικά το πορτέλλο (...)
Κοιτάζω στο φεγγίτη και διαπιστώνω ότι τώρα έσβησε και το φως του προαυλίου. Είναι ξεκάθαρο, πως πρόκειται για συσκοτισμό (...) Μας ρίχθηκαν οι Ιταλοί από την Αλβανία; Αυτό είναι το πιθανότερο. Το μυαλό δουλεύει. Δεν καταφέρνω να κοιμηθώ.
Το πρωί φύλακας είναι ο Βιτωράτος. Μόλις ανοίγει την πόρτα του κελλιού μου, για το τσάι, τον αιφνιδιάζω: – Πρόκειται, του λέω, για συνηθισμένα συνοριακά επεισόδια ή μας ρίχθηκαν για τα καλά οι μακαρονάδες; Ο αιφνιδιασμός πιάνει. Βλέπει πως ξέρω και ξανοίγεται. – Τι συνοριακά επεισόδια μου λες. Πέρασαν τα σύνορα και κοντεύουν να φθάσουν στη Σαγιάδα. – Ώστε μας κήρυξαν τον πόλεμο για καλά! – Δυστυχώς.
Χτυπώ του διπλανού μου. – Προσοχή! Πάρε και μετάδωσε αμέσως στο διπλανό σου:
«Οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο. Πέρασαν τα σύνορα και προχωρούν προς τη Σαγιάδα. Χθες βράδυ είχαμε στη φυλακή και προφανώς και στην πόλη, συσκοτισμό. Στρατός έφυγε από την Κέρκυρα για την Ήπειρο. Ας είμαστε πολύ προσεκτικοί και άγρυπνοι. Τέρμα».
Δίνω την είδηση και στον άλλο διπλανό, από την άλλη πλευρά του κελλιού μου. Βάζω το αφτί στον τοίχο και την αφουγκράζομαι να κυκλοφορεί, με το «σαντούρι», από κελλί σε κελλί.
Το απόγευμα, με την αλλαγή του φύλακα προσπαθώ να πάρω νεώτερες πληροφορίες. Μάταια. Αυτός είναι κλειστός και αινιγματικός, σαν σφίγγα. Θα ονειρεύεσαι, μου λέει. Το βράδυ όμως βλέπω πως ο συσκοτισμός συνεχίζεται. Το ίδιο και η στρατιωτική κινητοποίηση. Νέες μονάδες φεύγουν από την Κέρκυρα (...) Ακούω, πάλι στρατιωτικά εμβατήρια, μέσα στη νύχτα.
Πρώτη Νοεμβρίου: Ακούονται, πρωί - πρωί, οι σειρήνες. Αεροπορικός συναγερμός. Σε λίγο, βόμβος αεροπλάνων. Και αμέσως, κατόπι, ακούεται ο κρότος των εκρήξεων. Βομβαρδίζουν την πόλη της Κέρκυρας. Μερικές βόμβες έπεσαν πολύ κοντά στη φυλακή. Στο προαύλιο της Ακτίνας μας βρήκαμε θραύσματα βομβών.
Τώρα πια ο πόλεμος δεν κρύβεται. Μας γνωστοποιούν ότι αποφάσισαν να αδειάσουν τους επάνω ορόφους και να συγκεντρώσουν τους κρατούμενους στα κάτω κελλιά. Σε μια ώρα θα γίνει η μετακόμιση. Ετοιμάζουμε τα πράματά μας. Είμαστε περισσότεροι από όσα είναι τα ελεύθερα κάτω κελλιά και γι' αυτό, αναγκάζονται να βάλουν δύο μαζί σ' ορισμένα κελλιά. Είναι το πρώτο, μικρό βήμα, για το σπάσιμο της απομόνωσης.
2 Νοεμβρίου: Και νέος βομβαρδισμός. Οι ποινικοί (σ.σ. κρατούμενοι σε άλλες ακτίνες) είναι ανάστατοι. Το ίδιο και οι φύλακες. Συζητούν σοβαρά το ζήτημα της μεταγωγής σε άλλες φυλακές, ή τουλάχιστον σε κάποιο χωριό, απομακρυσμένο από την πόλη, που είναι ο στόχος των βομβαρδισμών. Μαθαίνουμε πως οι προύχοντες της Κέρκυρας αντιδρούν έντονα στο ενδεχόμενο εκκένωσης των φυλακών. Φοβούνται μη δραπετεύσουν οι βαρυποινίτες και μετατραπούν σε μάστιγα του νησιού. Κάνουν πρόχειρο έρανο μεταξύ τους και συγκεντρώνουν ένα σοβαρό ποσό, που το διαθέτουν σαν έκτακτη επιχορήγηση στους φύλακες, για να μείνουν στις θέσεις τους.
3 Νοεμβρίου: Ο αεροπορικός βομβαρδισμός συνεχίζεται για τρίτη μέρα. Λίγο ύστερα από το βραδυνό φαγητό, ακούω να ανοίγουν τα κελλιά μας. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, το δικό μου το έκτο και ύστερα όλα τα άλλα. Ακούμε τη φωνή του αρχιφύλακα: – Βγήτε όλοι στο διάδρομο. Βγαίνουμε. Βλεπόμαστε, ύστερα από χρόνια που έχουμε να δει ο ένας τον άλλον. Αγκαλιαζόμαστε. Μιλάει πάλι ο αρχιφύλακας: – Με διαταγή των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Ασφαλείας, αίρεται από τη στιγμή αυτή, η απομόνωση. Σε λίγο προσθέτει. «Δεν έχει, άλλωστε, πια κανένα νόημα, απ' τη στιγμή που ο αρχηγός σας έκανε δήλωση» (σ.σ. δήθεν δήλωση μετανοίας, απάρνησης του κομμουνισμού). Φεύγουν. Τα κελλιά μένουν ανοιχτά.
Κανένας μας δεν πιστεύει ότι ο Ζαχαριάδης έκανε δήλωση (...) Το ανοιχτό γράμμα του Ζαχαριάδη, που καλούσε τον Ελληνικό λαό να φράξει το δρόμο στον φασίστα εισβολέα, δεν μας το έδειξαν ποτέ στην Κέρκυρα (...)
Στις 3 Νοεμβρίου, όταν τερματίσθηκε το καθεστώς της απομόνωσης, κρατούμενοι στην αχτίνα Θ', είμασταν, συνολικά δέκα άνθρωποι, οι: Δ. Παρτσαλίδης, Ι. Ζεύγος, Γ. Σιάντος, Β. Τσίτσος, Ν. Χρονόπουλος, Τζωρτζάτος, Γ. Ανδρουλιδάκης, Γ. Παπαρήγας, Γ. Γιώσης, Β. Νεφελούδης (...)
Τώρα μπορούσαμε να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας ελεύθεροι. Να ανταλλάσσουμε πληροφορίες. Να συζητούμε για τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης. Για τις ελληνικές και τις διεθνείς εξελίξεις.
Τα θέματα στα οποία συμπίπταν οι γνώμες μας, ήταν: Πρώτο, ότι ο πόλεμος από την πλευρά του Ελληνικού λαού, ήταν αντιφασιστικός απελευθερωτικός. Δεύτερο, ότι η Κυβέρνηση Μεταξά, δεν αποτελούσε εγγύηση για τη σωστή και ως το τέλος νικηφόρα διεξαγωγή του πολέμου. Η συνέχιση της κράτησης στις φυλακές των κομμουνιστών και ύστερα από το γράμμα του Ζ.(Ζαχαριάδη), η διατήρηση των στρατοπέδων, η ίδρυση και άλλων, όπου έκλεινε τους στρατευμένους κομμουνιστές κ.λπ., επέβαλαν πλήρη δυσπιστία ως προς τις τελικές προθέσεις της μεταξικής δικτατορίας. Τρίτο, ότι επιδίωξή μας, έπρεπε να είναι η σύναψη συμμαχιών, με χώρες, που δεν είχαν ιμπεριαλιστικές βλέψεις πάνω στη χώρα μας και, οπωσδήποτε, με όρους, που δεν θα έθεταν, άμεσα ή μελλοντικά, σε κίνδυνο την εθνική μας ανεξαρτησία (...)
Ο Β. Νεφελούδης αναφέρθηκε στο βιβλίο του και στη βοήθεια που προσέφεραν στους κομμουνιστές κρατούμενους Κερκυραίοι άλλων πολιτικών πεποιθήσεων που για μικρό ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα είχαν συλληφθεί με διάφορα προσχήματα και είχαν φυλακιστεί μαζί τους, ακόμη και στην ακτίνα Θ', ως ανυπάκουοι σε εντολές των Ιταλών κατακτητών σχετικά με τη διακίνηση αγαθών ή για άλλες πράξεις εναντίωσης. Έκανε ειδικές αναφορές στους (Δ.) Ζυμάρη, (Σπ.) Χατζάρα και (Μ.) Καχρίλα (Καρίλα), οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί από τους Ιταλούς στην ακτίνα Θ' και όταν μετά από κάποιες εβδομάδες αποφυλακίστηκαν έστειλαν στους κομμουνιστές «ένα πελώριο καλάθι», με ψημένο κρέας, δύο μεγάλα καρβέλια, ένα μπουκάλι λάδι, γλυκά, φρούτα, αβγά, βούτυρο και τυρί. Αργότερα, όταν ο Νεφελούδης μέσω του ιδιώτη ταχυδρόμου Σπίγγου έλαβε από την οικογένειά του λίγα χρήματα, πάλι Κερκυραίοι φρόντισαν και προμηθεύτηκαν γι' αυτούς και τους έστειλαν τρία μεγάλα σταμνιά λάδι. «Αυτό το λάδι», έγραψε, «ήταν η βασική τροφή μας, στον τραγικό χειμώνα της πείνας, το χειμώνα του 1941 - 42. Ψωμί ή δεν μας έδιναν καθόλου ή, όταν μας έδιναν 2 - 3 φορές τη βδομάδα, ήταν 30 γραμμάρια η μερίδα. Αντί για φαΐ, μας έδιναν μόνο το μεσημέρι μια πηρουνιά χόρτα, αλάδωτα, στον πάτο της καραβάνας. Το μόνο που μοίραζαν ανοιχτότερα ήταν το χορτόζουμο».
Όπως έγραψε σε άλλα σημεία του βιβλίου του, την ευθύνη διοίκησης των φυλακών, μετά την κατάληψη του νησιού από τους Ιταλούς τον Απρίλιο του 1941, ανέλαβαν σταδιακά πρώτα ένας κάπως «πολιτισμένος» πρώην δικηγόρος Ιταλός έφεδρος λοχαγός και στη συνέχεια ένας άλλος Ιταλός λοχαγός, φασίστας, οργανωτής χαφιέδικου μηχανισμού με «αξιοποίηση» ποινικών κρατουμένων.
Ο Κώστας Χυτήρης
Σχετικά με τον εκτελεσμένο στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 Κερκυραίο δάσκαλο Κώστα Χυτήρη (βλ. θέματα στο Διαδίκτυο με τίτλους «Χυτήρης Κώστας», «Άξιος σε όλα δάσκαλος της Κέρκυρας» και «Ο φόρος τιμής του ΕΑΜ Κέρκυρας, το 1946, στον "Γολγοθά" του Κώστα Χυτήρη»), θυμίζουμε ότι άντεξε αλύγιστος και πιστός στις ιδέες του επί 2.750 μερόνυχτα σε φυλακές, εξορίες και στρατόπεδα στην Ανάφη, την Ακροναυπλία, τη Λάρισα και το Χαϊδάρι, από τον Σεπτέμβριο του 1936 έως την Πρωτομαγιά του 1944, αρνούμενος τόσο στις ελληνικές αρχές όσο και στις ιταλικές και τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις να αποκηρύξει το ΚΚΕ και τα δικαιώματα του ελληνικού λαού. Είχε τέσσερα αδέλφια και ήταν παντρεμένος.

Δεκαπέντε μήνες μετά την εκτέλεσή του, τον Αύγουστο του 1945, η εφημερίδα «Διδασκαλικόν Βήμα» κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο αφιέρωμα στον Κώστα Χυτήρη (από εκεί προέρχεται και η εισαγωγική φωτογραφία του σε αυτό το θέμα μας) και σε έναν ακόμη δάσκαλο, επίσης αγωνιστή εναντίον του φασισμού. Έγραψαν συνάδελφοι του Χυτήρη για εκείνον:
«Πάντα του αφειδώλευτα και πρόθυμα αγωνίστηκε για τα δίκαια του κλάδου, για την προκοπή της λαϊκής Παιδείας. Την Πρωτομαγιά του 1944 έπεσε, μαζί με άλλους 200 εθνομάρτυρες, στα χώματα του θυσιαστηρίου της Καισαριανής, τραγουδώντας μπροστά στο απόσπασμα τον εθνικό μας Ύμνο. Μορφές σαν του Κώστα Χυτήρη δε σβήνουν με το θάνατο. Υψώνονται σύμβολα αιώνια κι ακτιδοβόλα».
Στον Κερκυραίο επαναστάτη δάσκαλο είχε αφιερώσει πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της και η εφημερίδα του ΕΑΜ Κέρκυρας «Η Φωνή του Λαού», την Πρωτομαγιά του 1946, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων: «Παιδί του λαού και σιμά στο λαό εξ αιτίας της δουλειάς του, κι' έζησε και πόνεσε τη ζωή του λαού. Γι' αυτό πάνου από ιδιοτέλειες κι' εγωιστικές μικρότητες, έναν έβαλε σκοπό της ζωής του: Το σπάσιμο των αλυσσίδων του Προμηθέα - Λαού, τη δημιουργία ενός καινούργιου κόσμου απαλλαγμένου από την αθλιότητα και τα πνευματικά σκοτάδια. Ο σκοπός αυτός απαιτούσε ένα διαρκή αγώνα, απαιτούσε θυσίες. Κι' ο Κώστας Χυτήρης δε δίστασε. Ήταν ο μεγάλος πιστός, ο αλύγιστος κι' αδέκαστος που φόρεσε αγόγγυστα "τον στέφανον του μαρτυρίου". Ήταν ο πράος χαρακτήρας, ο αγνός, ο ευθύς που με το χαμόγελο, με την καλωσύνη, με την πειθώ ήξερε να βάζει γερά θεμέλια στις απλοϊκές καρδιές που πάντα τούς στάθηκε ο μεγάλος φίλος (...) Η Ακροναυπλία στάθηκε το μεγάλο σκολειό που λευτέρωσε τους αγωνιστές από πολλά υπολείμματα ανθρώπινων αδυναμιών, που τους δυνάμωσε το χαραχτήρα και τους πλούτισε τον ψυχικό και πνευματικό τους κόσμο. Κι' ο Χυτήρης εβοήθησε όχι λίγο σ' αυτό. Με το παράδειγμά του εξύψωσε κι εξυψώθηκε από το παράδειγμα των άλλων (...) Το μεγάλο παιδί με τα φωτεινά μάτια και τ' ανοιχτόκαρδο χαμόγελο, έσβησε κάτου από τη μανιασμένη μπόττα του φασισμού. Μα θα μένει πάντα ένα ανώτερο παράδειγμα αυτοθυσίας για το λαό που τόσο τον αγάπησε και τόσο επιζητούσε τη λύτρωσή του και για την Ιδέα· τη μεγάλη και ιερή που τον φλόγιζε με τον ευγενικό της προορισμό».
Στο βιβλίο του «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», ο αγωνιστής γιατρός Αντώνης Φλούντζης τον μνημονεύει ως μέλος δραστήριας ομάδας Επτανησίων κρατουμένων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο δολοφονημένος το 1947 στη Λάρισα Κερκυραίος κομμουνιστής ήρωας Σπύρος Καλοδίκης, που το 1941, καθώς οι Γερμανοί έφταναν στο κέντρο της Αθήνας μίλησε σε αυθόρμητη λαϊκή συγκέντρωση στην πλατεία Ομονοίας, καλώντας σε αντίσταση και με τα όπλα. Ο Φλούντζης θυμόταν τον Χυτήρη μεταξύ εκείνων που είχαν το σθένος, τη δύναμη και το κέφι και είχαν βρει τον τρόπο, στην Ακροναυπλία, να συντάσσουν περιοδικό με επτανησιακή ύλη και, μεταξύ άλλων, με αφιέρωμα στην ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα.

Μιλούν τέσσερις συγγενείς του Κ. Χυτήρη
Ο Αρσένης Γραμμένος, εγγονός αδελφής του Κ. Χυτήρη, μεγάλωσε στο χωριό Κουραμάδες με μια φωτογραφία του εκτελεσμένου αγωνιστή στο δωμάτιο όπου κοιμόταν (είναι η πιο πάνω εικόνα, που μας έστειλε γι' αυτές τις γραμμές), καθώς έμενε με τη γιαγιά του και τον παππού του. Έμαθε πολλά για την ταυτότητά του μετά τη χούντα των συνταγματαρχών. «Ξύπνησαν μέσα μου οι μνήμες από την εικόνα του όταν ήμουν ακόμα παιδί και από τα λόγια που μου είπαν γι' αυτόν συγγενείς μου πολύ αργότερα, γιατί όταν ήμουν μικρός δεν μου εξηγούσαν τι είχε πάθει», αναφέρει για όσα ένιωσε βλέποντας τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των «200» στην Καισαριανή που είδαν το φως της δημοσιότητας πριν από λίγες εβδομάδες. «Η ζωή του Κώστα Χυτήρη», προσθέτει, «ήταν μαρτύριο με τόσα που τράβηξε, μα στάθηκε αλύγιστος, ενώ από τις κακουχίες είχε γίνει φυματικός. Ήταν συνειδητοποιημένος κομμουνιστής. Ήταν πραγματικός ιδεολόγος, πραγματικός αγωνιστής για το λαό. Πέθανε πιστός στις ιδέες του. Κι όπου δίδαξε δάσκαλος, άφησε το καλύτερο όνομα».
Εγγονός αδελφού του Κ. Χυτήρη, ο Θανάσης Γκόγκας θυμάται ότι η μητέρα του τού μίλαγε για εκείνον «με τα καλύτερα λόγια». Η οικογένεια αγνοούσε επί μήνες ότι τον είχαν εκτελέσει στην Καισαριανή, είχαν χάσει τα ίχνη του. «Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ήρωες, αγωνιστές με όλη τη σημασία της λέξης», πιστεύει για τον συγγενή του και τους «200».
Εγγονός επίσης αδελφού του Κ. Χυτήρη, ο Ναθαναήλ Χυτήρης συγκλονίστηκε κι αυτός, εξηγεί, όταν είδε τις φωτογραφίες από τον τόπο της εκτέλεσης που ήρθαν στο φως. «Είναι ένα σημαντικό, σημαδιακό όσο και τραγικό ντοκουμέντο για την Ελλάδα, για τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία και το λαό μας», αναφέρει. Πιστεύει ότι το αντιστασιακό Μουσείο της Καισαριανής, στον τόπο της θυσίας, «είναι ίσως ο πιο κατάλληλος τόπος για να τις βλέπει ο κόσμος». Μιλά με δέος «για το θάρρος που είχαν αυτοί οι άνθρωποι, το θάρρος που τους έδιναν οι ιδέες τους και το δίκιο». Όλοι εκείνοι, λόγω της ανυποχώρητης και περήφανης στάσης τους αποτελούν στις μέρες μας, θεωρεί, «φωτεινά παραδείγματα».
![]() | ![]() |
Ο Σπύρος Μπαλανίκας, εγγονός αδελφής του Κ. Χυτήρη, επίσης μιλά με θαυμασμό για εκείνον και την παλικαριά του, αναφέροντας: «Θα έλθει η ώρα που θα έχουμε και προτομή του στην Κέρκυρα, όπως του αξίζει. Για τους αγώνες και τη θυσία του υπέρ του λαού θα μείνει για πάντα στη συλλογική μνήμη. Η μνήμη του έμεινε στην οικογένειά μας ζωντανή και άσβεστη. Με μια φωτογραφία του στον τοίχο μεγάλωσα στο σπίτι μας (είναι η πιο πάνω εικόνα με τον Κ. Χυτήρη μόνο του, την οποία έθεσε στη διάθεσή μας γι' αυτό το θέμα, μαζί με τη διπλανή εικόνα στην οποία ο συγγενής του είναι στο αριστερό άκρο της με άλλους δύο υποψήφιους έφεδρους αξιωματικούς, την περίοδο που φοίτησε σε Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών και εμποδίστηκε να γίνει αξιωματικός, πριν επιλέξει να γίνει δάσκαλος). Η οικογένειά μου πάντα τον θυμόταν με αγάπη και θαυμασμό. Ήταν κι αυτός ένας από τους Ακροναυπλιώτες φυλακισμένους που τους οδήγησαν στο Χαϊδάρι, στο κολαστήριο από το οποίο οι ναζί τούς πήγαν στην Καισαριανή για να τους σκοτώσουν. Γνώριζαν ότι ήταν υποψήφιοι για εκτέλεση, αλλά δεν λύγισαν ούτε την τελευταία στιγμή. Οι φωτογραφίες τους που είδαν το φως μετά από 82 χρόνια συγκλονίζουν και θα συγκλονίζουν πάντα».
Ο Κώστας Χυτήρης είναι ο ένας από τους συνολικά πέντε Επτανήσιους κομμουνιστές, σύμφωνα με όσα στοιχεία έχουν γίνει ως τώρα γνωστά, που συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των 200 ηρώων της Καισαριανής. Μαζί «έπεσαν» στην ανταρτομάνα Καισαριανή εκείνη την Πρωτομαγιά του 1944 οι Κεφαλονίτες αγωνιστές Παντελής Ζησιμάτος και Γιώργος Θεοφιλόπουλος, ο Λευκαδίτης Βασίλης Φίλιππας ή Ταμπάνος και ακόμη ένας Κεφαλονίτης κομμουνιστής, μαραγκός το επάγγελμα.
Ανάμεσα στους παραδομένους στους Ιταλούς από τις αρχές της Κέρκυρας κομμουνιστές κρατούμενους στις φυλακές της, όπως έγραψε στο βιβλίο του ο Β. Νεφελούδης, ήταν και ένας αγωνιστής με το επίθετο Τζωρτζάτος. Όλα συνηγορούν στο ότι επρόκειτο για έναν από τους «200» της Καισαριανής, τον εκτελεσμένο εκεί την Πρωτομαγιά του 1944 μαραγκό Κώστα Τζωρτζάτο από τη Σάμη της Κεφαλονιάς, ο οποίος πριν από την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά, καθώς είχε μετακομίσει και ζούσε στην Πάτρα, ήταν υποψήφιος βουλευτής Αχαΐας με τον συνδυασμό που υποστήριζε το ΚΚΕ. Από τις φυλακές της Κέρκυρας, οι Ιταλοί μετέφεραν τον Τζωρτζάτο στην Αθήνα, πιθανόν στο Χαϊδάρι.
Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος και οι κομμουνιστές κρατούμενοι των φυλακών του νησιού απαιτούσαν να απελευθερωθούν και να σταλούν στο μέτωπο του πολέμου, νομάρχης Κέρκυρας ήταν ο Δ. Θεοφιλόπουλος, γνωστός υμνητής της μεταξικής δικτατορίας, αντιπρόεδρος της οποίας το 1936 είχε αναλάβει ο πρώην κεντρώος Κερκυραίος αντικομμουνιστής πολιτικός του βενιζελικού συνασπισμού Κ. Ζαβιτσιάνος. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 1940, τον διαδέχθηκε στη θέση του νομάρχη ο Ευστ. Διασάκος, παραμένοντας σε αυτή τη θέση μέχρι τις 27 Φλεβάρη 1941. Τον Απρίλιο του 1941, όταν οι νομαρχιακές και άλλες τοπικές αρχές με σχετικό Πρωτόκολλο παρέδωσαν την Κέρκυρα στους Ιταλούς που εισέβαλαν στο νησί, συνεχίζοντας και αυτές να κρατούν στις φυλακές δέσμιους τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους, επικεφαλής του κράτους στην Κέρκυρα, ως νομάρχης της, ήταν πια ο Ευ. Αβέρωφ, ο γνωστός κατοπινός υπουργός και αρχηγός κόμματος.
ΜΕΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΥ






