Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2025 09:17

Περί Γκίλφορντ, Ιόνιας Ακαδημίας και Ιονίου Πανεπιστημίου (2)

perigilf002Ο λόρδος Γκίλφορντ «δεν ήταν φιλέλληνας, ήταν Έλληνας». Αυτό έγραψε τις προάλλες ένα ζευγάρι, με το δίκιο του θα μπορούσε να πει κανείς, στο βιβλίο εντυπώσεων των επισκεπτών της έκθεσης ιστορικών υλικών του Ιονίου Πανεπιστημίου στη Δημοτική Πινακοθήκη Κέρκυρας για τα 200 χρόνια από την ίδρυση της Ιόνιας Ακαδημίας (1824-2024) και τα 40 χρόνια από τη δημιουργία του σύγχρονου Πανεπιστημίου (1984-2024)· ως γνωστόν, το πρόγραμμα των σχετικών εκδηλώσεων που ξεκίνησαν το 2024 ρίχνει τώρα την αυλαία του, μαζί με το 2025.

Πώς να μην υιοθετήσει κανείς ανιστόρητα συμπεράσματα, όπως ίσως οι συγκεκριμένοι επισκέπτες της έκθεσης, με τέτοιον καταιγισμό μονοδιάστατων παραπλανητικών ύμνων που επεφύλαξε το Ιόνιο Πανεπιστήμιο (εφεξής Ι.Π.). στον ιδρυτή και πρώτο πρύτανη της Ιόνιας Ακαδημίας (εφεξής Ι.Α.), αγιοποιώντας τον και αποκρύπτοντας κρίσιμα στοιχεία της ιστορικής πραγματικότητας! 

Η  βρετανική πρεσβεία των Αθηνών ή και ξένοι κεφαλαιούχοι που αναζητούν κάθε είδους πρόσβαση και κέρδη στον τομέα της Εκπαίδευσης και διαφημιστές επιφορτισμένοι με το rebranding του βρετανικού Ιόνιου προτεκτοράτου της εποχής της Ι.Α. θα ήταν, υποθέτουμε, πιο φειδωλοί. 

«Έλληνας», λοιπόν, ο Γκίλφορτντ; Κι ας ήταν επί μακρόν, όπως βεβαιώνουν έγκυρες ιστορικές πηγές, πολέμιος, χυδαίος υβριστής και συκοφάντης της «άνομης» κατ' αυτόν Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και κορυφαίων μαχητών της; Κι ας ήταν, σύμφωνα με αναμφισβήτητα στοιχεία, ατάραχος θεατής και απολογητής των απίστευτων διωγμών που υπέστησαν από τους Βρετανούς οι πρόγονοί μας που εκδήλωναν παντοιοτρόπως σε κάθε νησί του Ιονίου την υποστήριξή τους στην Επανάσταση; Κι ας ήθελε, πράγματι, η Ελλάδα να παραμείνει κάτω από τον οθωμανικό ζυγό επειδή αυτό πρέσβευε για χρόνια η Βρετανία και μάλιστα διακήρυσσε πως η Ι.Α. πρέπει να αποτελέσει κέντρο καταπολέμησης των προοδευτικών ιδεών της εποχής του; «Έλληνας» επειδή λάτρευε την αρχαιοελληνική εποχή -καλή ώρα σαν εκείνους που λένε ότι αγαπούν την Κέρκυρα αλλά δεν αγαπούν το λαό της- και ήταν εκ των πρωταγωνιστών του σχεδίου δημιουργίας του «αγγλικού κόμματος» στην επαναστατημένη Ελλάδα, προωθώντας διαρκώς, ως άλλος πράκτορας σε διατεταγμένη υπηρεσία, τη δόλια πολιτική της βρετανικής άρχουσας τάξης στο Ιόνιο και τον ευρύτερο ελληνικό χώρο; 

Έχουν έλθει στο φως εδώ και καιρό αδιάσειστα στοιχεία για όλα αυτά, όπως επισημάναμε από αυτές εδώ τις στήλες στο θέμα μας «Ο λόρδος Γκίλφορντ, ένας μαθητής του και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο» (29 Νοεμβρίου 2025), υπενθυμίζοντας ενδεικτικά τα κείμενα του μαθητή της Ι.Α. και κατοπινού Ριζοσπάστη βουλευτή Γεωργίου Ιακωβάτου-Τυπάλδου. Η διαστροφή της πραγματικότητας στην έκθεση αρχειακών υλικών του Ι.Π. ήταν έως και προκλητική. Τόσο, ώστε να υποστηρίζεται στα υλικά της –άκουσον, άκουσον– ότι «η θέση του Γκίλφορντ στο κάδρο της Ελληνικής Επανάστασης πρέπει να θεωρείται δεδομένη»!!!

Δοθέντος και αυτού, μοιάζουν λεπτομέρειες το γεγονός ότι στην έκθεση δέσποζε καταλυτικά η φυσιογνωμία του λόρδου ενώ -για λογαριασμό της Βρετανίας- συνέβαλε στην Ι.Α. μόλις σε τρία από τα σαράντα χρόνια της λειτουργίας της, το ότι προβλήθηκε υπερεκτιμημένη η ατεκμηρίωτα θεωρούμενη πολύ μεγάλη οικονομική συνεισφορά του, καθώς και το ότι αγνοήθηκαν διάφορες άλλες κρίσιμες πλευρές της ίδρυσης της Ι.Α. και ο χαρακτήρας που της προσέδωσαν η Βρετανία και ο Γκίλφορντ. Για να συμβούν αυτά παραβλέφθηκαν, βέβαια, ακόμη και η συμβολή και ο ρόλος του Ιωάννη Καποδίστρια στην εξέλιξη των εκπαιδευτικών πραγμάτων στα νησιά. Οι ποικίλες και έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε το θέμα «Ο λόρδος Γκίλφορντ, ένας μαθητής του και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο», στο οποίο υπογραμμιζόταν βέβαια η ανάγκη ισορροπημένης και ακριβοδίκαιης αποτίμησης της προσωπικότητας και του ρόλου του Βρετανού λόρδου, όπως εκείνη που επιχείρησε ο Γεώργιος Ιακωβάτος-Τυπάλδος σταθμίζοντας τόσο τη θετική όσο και την αρνητική συμβολή του στην υπόθεση της Ι.Α., είναι ο λόγος που επανερχόμαστε στο ζήτημα. Διότι είναι φανερό ότι κρίσιμα σχετικά ζητήματα συσκοτίζονται μερικές φορές εσκεμμένα, για την εξυπηρέτηση διαφόρων ιδεολογικών –τελείως αντιδραστικών μάλιστα– απόψεων ή και άλλων ανομολόγητων σκοπιμοτήτων. 

Κατά κόρον εστιασμένη στον αντιεπιστημονικό στόχο άσπιλης ανάδειξης, εξωραϊσμού και αγιοποίησης της προσωπικότητας και του υποτίθεται μόνον θετικού ρόλου του Βρετανού λόρδου, αλλά και αποφεύγοντας κάθε σύνδεση της βρετανικής πολιτικής με την απαξίωση και την κατάρρευση της Ι.Α. που επήλθε βεβαίως πολύ πριν αυτή καταργηθεί επισήμως με ευθύνη τάχα των Επτανησίων Ριζοσπαστών (!) και της Βουλής των Ελλήνων, αφού το 1860 είχε απομείνει με 14 καθηγητές και... 63 φοιτητές έναντι 240 φοιτητών το 1827, καθώς  στερούνταν πια θεμελιωδών εκπαιδευτικών προϋποθέσεων, η έκθεση υλικών του Ι.Π. για την Ι.Α. και τον ιδρυτή της ήταν ατυχής πρωτοβουλία, θα μπορούσε επιεικώς να πει κανείς, στην ευρύτερη δράση του για τις επετείους της ίδρυσής της το 1824 και της ίδρυσης του ιδίου το 1984.

 

perigilf003

 

Ας θυμίσουμε λοιπόν ορισμένα ακόμη στοιχεία που οι οργανωτές της έκθεσης υλικών εκ μέρους του Ι.Π. -επικουρικά αναφέρθηκε και το όνομα της Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας (ΑΕΚ) ενώ αυτή οργάνωσε ξεχωριστή, ανάλογη και τίμια έκθεση- παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους: 

Από το 2002 ο Νίκος Κουρκουμέλης στο βιβλίο του «Η Εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Προστασίας» έχει αναδείξει ντοκουμενταρισμένα το ότι ο Γκίλφορντ -που εύλογα ήθελε να παρουσιάζεται και ως... Έλληνας- συνδύαζε τα αρχαιοελληνικά ενδιαφέροντά του με εκπαιδευτικούς σκοπούς βάσει υποδείξεων της κυβέρνησης και του Στέμματος της Βρετανίας, για την καλύτερη εξυπηρέτηση της αποικιακής πολιτικής της. Η δημιουργία εκπαιδευτικής «γέφυρας» των Βρετανών στον κατεχόμενο Ιόνιο χώρο «ανατέθηκε», όπως χαρακτηριστικά σημείωσε στο πληθωρικό σε τεκμηριωμένα στοιχεία βιβλίο του, στον Γκίλφορντ. Είναι επίσης χαρακτηριστικά ως προς αυτό το ότι ο Μέτερνιχ ανέφερε σε γράμμα του πως ο Γκίλφορντ «επιφορτίστηκε» με την οργάνωση Πανεπιστημίου στα Ιόνια Νησιά, καθώς και ότι ο τότε Βρετανός αρμοστής στην Κέρκυρα, Τόμας Μέτλαντ, ανέφερε ότι η πρωτοκαθεδρία του κόμη του Γκίλφορντ στην υπόθεση αυτή έγινε «με υπόδειξη» της ίδιας της βρετανικής κυβέρνησης. 

Διόλου άσχετο με τις μηχανορραφίες της βρετανικής πολιτικής, με σκοπό τη χρησιμοποίηση του τομέα της Εκπαίδευσης και των πιο φωτεινών μυαλών του Ιονίου για την άσκηση σταθερής επιρροής στα νησιά, δεν είναι βέβαια ούτε το ότι το 1859, ενώ η Ι.Α. έπνεε τα λοίσθια και η ένταξη των νησιών στον εθνικό κορμό είχε καταστεί αναπόφευκτη, οι Βρετανοί και συνεργάτες τους ίδρυσαν «Ιόνιο Εταιρεία προς προαγωγήν των Επιστημών, της Γραμματολογίας και των Τεχνών», με βασικό συντελεστή τον Βρετανό εξ απορρήτων Γραμματέα του αρμοστή Στορκς, Γουλφς. Ο απεσταλμένος άλλωστε του βρετανικού Θρόνου, Γλάδστον, το 1858, είχε προτείνει στην επτανησιακή αστική τάξη να συνδεθεί με... τα βρετανικά πανεπιστήμια, καθώς, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα προς τον υπουργό Αποικιών της Βρετανίας, Λύττον, είχε επέλθει πια «ξεπεσμός του Πανεπιστημίου της Κέρκυρας», με συνέπεια Κερκυραίοι και άλλοι Επτανήσιοι να «σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ή και στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας». Η ουσιαστική διατήρηση της χρεοκοπημένης Ι.Α., που φυτοζωούσε, δεν εξυπηρετούσε πια τις βρετανικές επιδιώξεις, όπως παλιότερα. Το βασικό ζητούμενο ήταν οι Επτανήσιοι υποψήφιοι φοιτητές «να σταλθούν στην Αγγλία», ώστε να «είχαν και έναν πνευματικό δεσμό με το Κράτος που τους προστατεύει»! 

Σύμφωνα με τον Ν. Κουρκουμέλη, η επιδίωξη  «πνευματικών δεσμών» μπορεί εξαρχής να ερμηνευθεί και ως ενδεχόμενος στόχος «πολιτικής αφομοίωσης», σε συνδυασμό βέβαια με την ισχύ των βρετανικών τηλεβόλων.

 

perigilf004

 

Δεν μας είπαν λέξη οι οργανωτές της έκθεσης ούτε για τον Κανονισμό λειτουργίας και τη μέσω αυτού ιδεολογία της Ι.Α., που αποφάσισε σε διάφορα στάδια -και το 1837- η βρετανική διοίκηση του «Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων», αφού προηγήθηκε βέβαια ο ιδρυτής της το 1824. Κι όμως, προβλεπόταν σε αυτόν τον πρώτο Κανονισμό του Γκίλφορντ «εγκάθειρξις εις το Παλαιόν Φρούριον» για τους φοιτητές που δεν δέχονταν κάποιες σκοταδιστικές -με τα μέτρα της εποχής ακόμα- σατραπικές προσταγές του! 

Ενώ μαίνονταν η Ελληνική Επανάσταση και οι διωγμοί σε βάρος των Επτανησίων υποστηρικτών της, με τον Κανονισμό του Γκίλφορντ απαγορευόταν η συμμετοχή σε «στασιαδικές» συζητήσεις ή η διάδοση «ανατρεπτικών» ιδεών και αρχών αντιτιθέμενων στην «κρατούσα τάξη» και την κυβέρνηση-μαριονέτα των Βρετανών, δηλαδή την απολύτως ελεγχόμενη από αυτούς Ιόνια Γερουσία. Στη συγκεκριμένη έκθεση δεν «χώρεσε» μία γραμμή ούτε για τις πληροφορίες ότι φοιτητές της Ι.Α. διέκοψαν τις σπουδές τους, άγνωστο ακόμα υπό ποιές συνθήκες, για να στρατευτούν στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης, αψηφώντας τον ιδρυτή της. 

Δεν επρόκειτο όμως μόνο περί αυτών· αυτά ήταν το λιγότερο, θα έλεγε κανείς. Ο ευεργέτης κατά τα άλλα λόρδος με τον αμύθητο πλούτο μισούσε τον ριζοσπαστισμό των ιδεών και τους πρωτοπόρους αγωνιστές της κοσμοϊστορικής αστικής Γαλλικής Επανάστασης, όχι μόνον της αντίστοιχης Ελληνικής. Όπως επισήμανε το 1986 ο αείμνηστος θεολόγος Γ. Δ. Μεταλληνός σε μελέτη του για τον λόρδο, «το ενδιαφέρον του Γκίλφορντ για την παιδεία τον φέρνει πολύ κοντά στον Διαφωτισμό και τους Έλληνες οπαδούς του, το περιεχόμενο όμως της παιδείας που αυτός θέλησε να προσφέρει τον διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό από εκείνους». Στην ΑΕΚ απόκεινται έγγραφα, με τα οποία ο λόρδος υπερηφανεύεται στην τοπική αρμοστεία και την κυβέρνηση της χώρας του ότι είχε καταφέρει να διατηρεί το κερκυραϊκό Πανεπιστήμιο «καθαρό από τη μόλυνση» των ζωογόνων για τους λαούς δημοκρατικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης! 

Σαν να μην έφτανε αυτό, ανησυχούσε μήπως η επαναστατημένη Ελλάδα, εάν νικούσε, ίδρυε στην Αθήνα... «αναρχικό» περίπου Πανεπιστήμιο και κατέρρεε η Ι.Α. ως  εκπαιδευτική επιρροή του ακραίου βρετανικού Συντηρητισμού σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο! 

Δεν γνωρίζουμε αν όλα αυτά και οι απολύτως έγκυρες, κατά τον αείμνηστο Επτανήσιο ιστορικό Σπύρο Ασδραχά, μαρτυρίες του μαθητή της Ι.Α. Γεώργιου Ιακωβάτου-Τυπάλδου είναι «ψιλά γράμματα» ή όχι για τους τωρινούς αρμόδιους του Ι.Π., στους καιρούς αυτούς που βάλλεται όσο ποτέ πριν η δημόσια εκπαίδευση και εμφανίζονται στον ορίζοντα περίπου ως ευεργέτες ποικίλοι «επενδυτές» και υποστηρικτές των λεγόμενων «ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων» της λειτουργίας της, για χάρη ιδιωτικών συμφερόντων με ή χωρίς κερδοσκοπικό μανδύα. Έχουμε ωστόσο τη γνώμη ότι ισχύει πλήρως η εξής, χρονολογούμενη από το 2002, επισήμανση του Ν. Κουρκουμέλη: «Οι πολιτικές απόψεις του Γκίλφορντ είναι χρήσιμες για την ερμηνεία του ιδεολογικού προσανατολισμού του Ιονικού Πανεπιστημίου και της προσφερόμενης από αυτό παιδείας». 

Γιατί άραγε, πέραν αυτών, δεν αναδείχθηκε το γεγονός ότι η βρετανική διοίκηση, στο πλαίσιο της ταξικής εκπαιδευτικής πολιτικής της, άμεσα και έμμεσα κατά περιόδους με την υποστήριξη Μεταρρυθμιστών και Καταχθονίων οργάνων της επέβαλε δίδακτρα στην Ι.Α., όπως μερικοί ζητούν ή και επιβάλλουν και σήμερα σε δράσεις των ΑΕΙ; 

Για ποιον λόγο παρουσιάστηκαν ο λόρδος Γκίλφορντ και η Βρετανία ως πρωτουργοί της δημιουργίας εκπαιδευτικού συστήματος στον Ιόνιο χώρο, όταν τα θεμέλια με τη δημιουργία του πρώτου δημόσιου εκπαιδευτήριου είχαν μπει την περίοδο των Γάλλων μετά την κατάλυση της βενετικής κυριαρχίας και όταν, λίγο μετά, ήταν ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας εκείνος που το οργάνωσε; 

Με ποια κριτήρια δεν αναδείχθηκε δεόντως το γεγονός ότι ήταν ο Καποδίστριας το 1815, δηλαδή σχεδόν δέκα χρόνια πριν από την ίδρυση της Ι.Α., που με το γνωστό υπόμνημά του προς το Συνέδριο της Βιέννης για την τύχη της Επτανήσου, σε ιδιαίτερο κεφάλαιο για την εκπαίδευση είχε ζητήσει «να ιδρυθεί εις την Επτάνησον Πολιτείαν ανωτάτη σχολή δημοσίας και εθνικής εκπαιδεύσεως, εν είδος Πανεπιστημίου», αλλά και να ληφθεί πρόνοια ώστε να δοθεί βοήθεια «παρά της προστάτιδος δυνάμεως» για την υλοποίηση αυτού του στόχου, ενώ τελικά οι μεγάλες δαπάνες βάρυναν τον λαό των νησιών μέσω του προϋπολογισμού του προτεκτοράτου και μόνον συνέβαλε σε αυτές ο Γκίλφορντ;  

Αλλά και γιατί παρουσιάστηκε ο λαός των νησιών περίπου ως τελείως στερούμενος θέσεων για το ζήτημα της Εκπαίδευσης, όταν ήδη από το 1802, στην εξέγερση του λαού της Κέρκυρας και στον σχηματισμό της «Έντιμης Αντιπροσωπείας» όλων των κοινωνικών στρωμάτων πλην των αριστοκρατών, την οποία κατέστειλε το βρετανικό Ναυτικό για λογαριασμό των Οθωμανών και Ρώσων κυρίαρχων των νησιών, είχε διατυπωθεί αίτημα, μεταξύ άλλων, για «δημόσιον σχολείον δια την φώτισιν των νέων της χώρας, μπόργων και χωρίων, ήγουν τρία τέταρτα από τα μπόργα και χωρία και έτερον τέταρτον από την χώραν»; 

Ποιες σκοπιμότητες –πέρα από την ικανοποίηση των διαφόρων χορηγών τύπου Ρότσιλντ της Κέρκυρας και τοπικών παραγόντων γνωστών για τη βρετανολαγνεία τους– μπορεί να κρίθηκαν ισχυρότερες, για να το πούμε και αλλιώς, από το καθήκον του Ι.Π. να μην αγνοήσει την πληθώρα ανάλογων εμπεριστατωμένων επισημάνσεων που έχουν διατυπώσει σε βιβλία τους και μελέτες τους ακόμη και κορυφαία μέλη του διδακτικού προσωπικού του Ι.Π.;

 

perigilf005

 

Η έκθεση υλικών και η έκδοση της Αναγνωστικής Εταιρίας 

Στον αντίποδα περίπου αυτής της έκθεσης κινήθηκε εκείνη που οργάνωσε η ΑΕΚ στους χώρους της, με διαφορετική εστίαση, πολύ πιο έντιμα και -ας το πούμε κι έτσι- εθνοκεντρικά. 

Τα εκθέματα που παρουσίασε η Αναγνωστική Εταιρία ανέδειξαν πρώτα-πρώτα, ως κεντρικό στοιχείο, έναν πλούτο στοιχείων σχετικά με τον διακαή πόθο και τον αγώνα του λαού της Κέρκυρας και της Επτανήσου για την Εκπαίδευση και ειδικότερα για τις δραστηριότητες και τους αγώνες της μεταπολεμικής κυρίως περιόδου, μέχρι την ίδρυση του Ι.Π. 

 

perigilf006

 

Τα στοιχεία αυτά, συμπεριλαμβανομένων σχετικών δημοσιευμάτων του κερκυραϊκού Τύπου με τις θέσεις της ΑΕΚ και μαζικών λαϊκών οργανώσεων στο διάβα δεκαετιών, κατείχαν κεντρική θέση σε αυτή την σαφώς ελληνοπρεπή, να την πούμε κι έτσι, έκθεση. 

 

perigilf007

 

Έμφαση δόθηκε επίσης στον ρόλο και σε έργα που χαρακτήρισαν τους πιο διαπρεπείς Έλληνες καθηγητές -φυσικά και τον Ανδρέα Κάλβο- που κόσμησαν την Ι.Α., πριν περιπέσει σε απαξίωση. Μετρημένη και διόλου προκλητική η αναμενόμενη προβολή του ιδρυτή και πρώτου πρύτανη της Ι.Α. Γκίλφορντ, εστίαζε χωρίς υπερβολές σε θετικές πλευρές των σχέσεών του με Έλληνες λόγιους. 

Είναι εύλογο κατά τη γνώμη μας η Κέρκυρα να μνημονεύει και να τιμά τη μνήμη του για ό,τι καλό εισέφερε, εφόσον βέβαια δεν αποκρύπτεται η συνολική αλήθεια και πράγματι επιχειρείται δίκαιη αποτίμηση.    

Εξαιρετική είναι εξάλλου η έκδοση της ΑΕΚ με τίτλο «Ιόνιος Ακαδημία: Πτυχές της ιστορίας της - Η συμβολή της Αναγνωστικής Εταιρίας στην αναβίωσή της» (112 σελ.). Συγκεντρώθηκε σε αυτήν ένας ευρύς κατάλογος πληροφοριών για ποικίλες πλευρές της σαραντάχρονης πορείας της Ι.Α., καθώς και ενδεικτικό χρονολόγιο δράσεων για την «αναβίωση» του Ιδρύματος, με άλλα λόγια για τη δημιουργία του Ι.Π. Έτσι, ήλθε στο φως το γεγονός ότι χρονολογούνται τουλάχιστον από το 1914 και την πραγματοποίηση του πρώτου Πανιονίου επιστημονικού Συνεδρίου τότε, στην Κέρκυρα, οι αδιάκοπες κινήσεις και κρούσεις πνευματικών και λαϊκών φορέων και προσωπικοτήτων για τη λειτουργία πανεπιστημιακού Ιδρύματος στην Κέρκυρα, σε συνδυασμό βέβαια με αντίστοιχες δράσεις συνολικά για την Εκπαίδευση κάθε βαθμίδας στα νησιά του Ιονίου· ένα καυτό θέμα του που το Ι.Π. θα άξιζε επίσης να θέσει στο επίκεντρο των επετειακών δραστηριοτήτων του και του σχετικού θαυμάσιου Συνεδρίου του τα τέλη του 2024, εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση της Εκπαίδευσης στα νησιά του Ιονίου, αντί εκείνης του 19ου αιώνα στην οποία επέλεξε να εστιάσει, ως συμβολή στο σήμερα. 

Η πληθώρα στοιχείων κάλυψε με διάφορες αρχειακές πληροφορίες, ελεγχόμενες ωστόσο ως προς την πληρότητά τους και την ερμηνεία τους, την αποτύπωση των θέσεων που εξέφραζαν η κυβέρνηση-φερέφωνο των Βρετανών και οι διάφορες πολιτικές πτέρυγες της Ιόνιας Βουλής, σχετικά με την Ι.Α. και την τύχη της. 

Σε ποικίλα αρχειακά υλικά της εποχής, άλλωστε, για πολιτικούς λόγους η αλήθεια μερικές φορές έχει σωθεί συγκεχυμένη και οι κατά καιρούς ερμηνείες συνοδεύονται με μύθους· θα επανέλθουμε όμως πιο κάτω σε αυτό το θέμα, αναλυτικότερα. 

Μια λαϊκή συγκέντρωση του 1966 και ένα Ψήφισμα του 1975

Κυρίαρχη θέση στην έκθεση, όπως και στην έκδοση, καθώς προαναφέρθηκε, είχαν υλικά που αναπαριστούν δράσεις του προηγούμενου αιώνα για την εγκατάσταση και λειτουργία δημόσιου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα. 

Ορισμένες φορές, ως γνωστόν, είχαν προβληθεί επαμφοτερίζουσες διατυπώσεις περί «επανίδρυσης» της Ι.Α. έστω ως εκπαιδευτικού Κέντρου ασαφούς ιδιοκτησίας, που δεν προσομοίαζαν πάντοτε στο αίτημα ίδρυσης Δημόσιου και επαρκούς Πανεπιστημίου, σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα. Δεν είχαν λείψει και προτάσεις... διεκδίκησης ιδιωτικού Πανεπιστημίου.

Σύμφωνα με έντυπα υλικά του Αρχείου της ΑΕΚ, την Τρίτη 11 Ιουλίου 1966, τις απογευματινές ώρες, είχε γίνει στην Κέρκυρα πάνδημη συγκέντρωση για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ανάλογου των άλλων ΑΕΙ της χώρας. Ήδη από τις 4 Απριλίου 1966 το δημοτικό συμβούλιο είχε υιοθετήσει σχετικό ψήφισμα του Γ' Πανιονίου Συνεδρίου και είχε εξουσιοδοτήσει τον δήμαρχο να οργανώσει «πάνδημο συγκέντρωσιν διαμαρτυρίας προς διεκδίκησιν του δικαίου παγκερκυραϊκού αιτήματος».

 

perigilf008

 

Σε Ψήφισμα που είχε εκδώσει και καταχωρήσει στον τοπικό Τύπο το έτος αυτό, η ΑΕΚ εξέφραζε την ένθερμη συμμετοχή της στη «διαμαρτυρία του κερκυραϊκού λαού» για την αθέτηση σχετικών κυβερνητικών υποσχέσεων. 

Επίσης, εν μέσω της χούντας των συνταγματαρχών, η ΑΕΚ είχε οργανώσει για το ίδιο θέμα συζήτηση στρογγυλής τράπεζας περί «Ανοικοδομήσεως της Ιονίου Ακαδημίας και της ιδρύσεως εν Κερκύρα Πανεπιστημιακής Σχολής και Κέντρου Ερευνών συγκριτικής φιλολογίας, γλωσσολογίας και Τεχνών» με συμμετοχή προσωπικοτήτων όπως ο Κων. Γρόλλιος, ο Λ. Πολίτης, ο Ευ. Μουτσόπουλος και ο Δημ. Λουκάτος (τον Σεπτέμβριο του 1970)  και  έκθεση υλικών για τα 150 χρόνια της Ι.Α. (τον Δεκέμβριο του 1973).

 

perigilf009

 

Ξεχώριζε ανάμεσα σε όλα τα εκθέματα το ιστορικό Ψήφισμα που συνυπέγραψαν μετά από σύσκεψή τους στην πόλη της Κέρκυρας λίγους μήνες μετά τη μεταπολίτευση του 1974, στις 2 Ιανουαρίου του 1975, οι πρόεδροι δεκάδων φορέων «εκπροσωπούντες εν τω συνόλω του τον Κερκυραϊκόν λαόν», με το οποίο διερμήνευαν προς την κυβέρνηση του Κων. Καραμανλή «την ομόθυμον θέλησίν του να επανακτήση το Πανεπιστημακόν ίδρυμα», διαμαρτυρόμενοι για το ότι είχε αναβληθεί η έκδοση σχετικής κυβερνητικής απόφασης. 

Το υπέγραφαν ο τότε δήμαρχος Κ. Αλεξόπουλος, ο Ιακ. Πρωτοψάλτης του Εργατικού Κέντρου, ο Α. Μπαλός της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών, ο Σ. Χονδρογιάννης της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών, ο Β. Ευαγγελίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, ο Α. Δουμπός του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, ο Μ. Καχρίλας του Εμπορικού Συλλόγου, ο Β. Λευθεριώτης της Ένωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης, ο Α. Μωραΐτης του Συλλόγου Δασκάλων - Νηπιαγωγών, ο Θ. Γουλής του Ιατρικού Συλλόγου, ο Σ. Βλαστός του Οδοντιατρικού, ο Στεφ. Φακιολάς του Δικηγορικού, ο Σ. Βαρδής του Συμβολαιογραφικού, ο Σ. Στογιάννος του Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανικών, οι επικεφαλής της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας του νησιού, καθώς και των Φιλαρμονικών της πόλης και άλλων φορέων, μαζί βέβαια με τον πρόεδρο της ΑΕΚ, που φαίνεται να είχε την πρωτοβουλία, Κ. Νικολάκη - Μούχα. 

Η ΑΕΚ είχε κατορθώσει, φαίνεται, να συγκεράσει εποικοδομητικά, σε μια θετική κατεύθυνση, ποικίλες απόψεις που ενδημούσαν για το θέμα τόσο στους κόλπους της όσο και ευρύτερα σε αντιτιθέμενους, συνήθως, κοινωνικούς φορείς και ισχυρούς παράγοντες.

Ήταν ένας αγώνας με διάφορες ιδεολογικές κιόλας αποχρώσεις που κράτησε -με διαλείμματα βέβαια- επτά δεκαετίες από το πρώτο Πανιόνιο Συνέδριο του 1914 και που «πέρασε από σαράντα κύματα» ώσπου να επιτευχθεί η ίδρυση του Ι.Π., με τα γνωστά προβλήματα και με βάση το γνωστό πλαίσιο λειτουργίας, το 1984. 

Χρειάστηκε σε διάφορες φάσεις του, όπως σημειώσαμε εν μέρει και στο προηγούμενο ανάλογο θέμα μας, η γνήσια απαίτηση για την Εκπαίδευση και την κοινωνική πρόοδο να αναμετρηθεί με αναχρονιστικές «παραδοσιακές» αντιλήψεις για τον ρόλο μιας νέας Ι.Α. υπό τον έμμεσο έλεγχο τοπικών ομάδων συμφερόντων, με διάφορες επιχειρηματικές βλέψεις για το επιθυμητό προσανατολισμένο αυστηρά στις τουριστικές υπηρεσίες «μοντέλο ανάπτυξης» της Κέρκυρας, με αποπροσανατολιστικές τοπικιστικές θεωρήσεις και θέσεις ακόμα που έντεχνα αναπολούσαν τον «παλιό καλό καιρό» της βρετανικής κηδεμονίας, με «μουχλιασμένες» θέσεις που παρέπεμπαν σε πανεπιστήμιο με χορηγούς και φορέα αναχρονιστικών και αντιδραστικών αντιλήψεων. Επίσης, με ανησυχίες για «καινά δαιμόνια» που θα έφερναν ένα ανεξάρτητο από τοπικές δεσμεύσεις Πανεπιστήμιο -θαρρείς και δεν θα ήταν εκ των πραγμάτων συστημικό- και η φοιτητική νεολαία του. Ακόμη, με φόβους για «ανακάτεμα της τράπουλας» των τοπικών συσχετισμών σε διάφορα επίπεδα, με ανομολόγητες επιδιώξεις «προστασίας» της πρωτοκαθεδρίας κάποιων πνευματικών - πολιτιστικών φορέων σε ορισμένους τομείς, με ιδέες σύνδεσης του Πανεπιστημίου με Βρετανούς κροίσους και περιορισμού του στην παραγωγή στελεχών για ξενοδοχειακές και άλλες μπίζνες, με υποβόσκουσες συγκρούσεις συμφερόντων για την αξιοποίηση εμβληματικών χώρων ή για τη στέγαση των φοιτητών εκτός των ορίων της πόλης. Ποιος δεν θυμάται, ως συμπύκνωση όλων αυτών, τον υπαινιγμό ισχυρού πολιτικού παράγοντα της χώρας, Κερκυραίου μάλιστα από την πλευρά της μητέρας του, ότι η αξίωση δημιουργίας ΑΕΙ στην Κέρκυρα ήταν ένδειξη αβδηριτισμού;  

Κάποια από τα αρχικά και σημερινά ακόμη προβλήματα προσανατολισμού, δομής, λειτουργίας και προτεραιοτήτων του Ι.Π. δεν έχουν άλλωστε μόνον τοπικό χαρακτήρα.  

Ούτε έχουν εκλείψει, καν, κάποιοι «νοσταλγοί» εκείνης της παλιάς «εκλεκτικής» Ι.Α., με την υποτιθέμενη βρετανική αίγλη.  

«Οφείλουμε και πάλι», έγραψε για την Ι.Α. τον Μάρτιο του 1954 σε βιβλίο του για την Εκπαίδευση στην Κέρκυρα τα πρώτα χρόνια μετά τη βρετανική «Προστασία» ο συνεργαζόμενος με το εκτός νόμου ΚΚΕ βουλευτής Κέρκυρας Γεράσιμος Πρίφτης, υπογράφοντάς το ως Σπύρος Χορμοβίτης, «σταράτα να δώσουμε την απάντηση: Ήταν εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής ενός κύκλου, μιας τάξης, όσο πρωτοποριακό χαρακτήρα κι' αν είχαν. Επιφανειακή εξέταση του ζητήματος μπορεί να δώσει στα φαινόμενα αυτά την πλαστή γενίκευση ενός λαϊκού πολιτισμού. Η ιστορική όμως πραγματικότητα μας αποδείχνει πόσο στενοί υπήρξαν οι κύκλοι αυτοί, χωρίς γενικότερες ευεργετικές επιδράσεις πάνω στο λαό».

 

perigilf010

 

Είκοσι χρόνια μετά, τον Νοέμβριο του 1974, στο πρώτο κιόλας φύλλο της η εφημερίδα «αγώνας» της Οργάνωσης Κέρκυρας του ΚΚΕ σε άρθρο της σε ενότητα κειμένων για την «Πολιτιστική Κίνηση» στο νησί, με τίτλο «Γύρω από την Ιόνιο Ακαδημία», συνόψιζε ως εξής τις θέσεις ενός ευρύτερου εργατικού - λαϊκού κύκλου, σε αντιδιαστολή με θέσεις διαφορετικής κοινωνικής αφετηρίας: «Το αίτημα του Κερκυραϊκού λαού για την επανασύστασή της και τη λειτουργία στο χώρο του πανεπιστημιακού επιπέδου σχολών εκφράζει την επιθυμία για μία αληθινά λαϊκή και δημόσια Παιδεία. Η προσπάθεια παρουσίασης του προβλήματος κάτω από στενά τοπικιστικά κριτήρια με μία στείρα προβολή παραδοσιακών δικαιωμάτων, δεν φωτίζει ολόπλευρα το πρόβλημα και αποπροσανατολίζει το δίκαιο αίτημα. Κι' αυτό γιατί πολύ περισσότερο από την παράδοση, οι σύγχρονες επιτακτικές ανάγκες του τόπου για παροχή ανώτατης εκπαίδευσης στη νέα γενιά καθορίζουν τη σημασία της επαναλειτουργίας της Ιόνιας Ακαδημίας σαν ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με περιεχόμενο σπουδών προσαρμοσμένο στις επιστημονικοτεχνικές και πολιτιστικές ανάγκες και δυνατότητες του τόπου». 

Διάφοροι παράγοντες και εφημερίδες του αστικού χώρου, όπως τα «Κερκυραϊκά Νέα» του Κώστα Δαφνή, με διαφορετική κοινωνική οπτική, συνέπιπταν εν μέρει σε θέσεις απόρριψης του ξεπερασμένου «μοντέλου» της Ι.Α. της περιόδου της αγγλοκρατίας. Το συγκεκριμένο «μοντέλο» αντιστοιχούσε στην εκτίμηση σειράς Επτανησίων Ριζοσπαστών, όπως ο βουλευτής τους Ερμάννος Λούντζης, για τις αρχές, το επίπεδο, την ποιότητα, την ιδεολογία και τα έντονα ταξικά στοιχεία του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος στη Βρετανία εκείνη την περίοδο. Σε σύγκριση με εκείνα στη Γαλλία και τη Γερμανία, σύμφωνα με τον Λούντζη, το βρετανικό ήταν τότε σε «ελεεινοτάτην κατάστασιν» για τον πολύ λαό.    

Η πρόταση της Γερουσίας το 1862 για κατάργηση της Ακαδημίας 

Οι Επτανήσιοι Ριζοσπάστες, κυρίως οι λεγόμενοι Αληθείς που δημιούργησαν το Ριζοσπαστικό αστικοδημοκρατικό ενωτικό κίνημα με ευρύτερες προοδευτικές θέσεις αποδοχής λαϊκών αιτημάτων, αλλά και οι μεταλλαγμένοι ενωτικοί Ριζοσπάστες που τέθηκαν επικεφαλής του όταν οι αρχικοί ηγέτες του εξορίστηκαν επί μακρόν από τους Βρετανούς σε ξερονήσια, αγωνίστηκαν έως το τέλος της αγγλοκρατίας για την Εκπαίδευση. Ερχόμενοι συχνά σε αντίθεση και με τους Μεταρρυθμιστές και τους «Προστασιανούς» ή «Καταχθόνιους» για διάφορα θέματα, ζητούσαν μια πραγματικά δημόσια Εκπαίδευση, προσιτή στον λαό, με τον αναγκαίο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, δίχως ταξικούς φραγμούς και βρετανικές κοινωνικοπολιτικές προδιαγραφές, ανοιχτή στην πρόοδο. 

 

perigilf011

 

Είναι χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη το θεωρούμενο και ως Μανιφέστο των Ριζοσπαστών για την Εκπαίδευση βιβλίο «Περί της εν Επτανήσω διοργανώσεως της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», που εξέδωσε ο Ερμάννος Λούντζης το 1857, ενσωματώνοντας και ιδιαίτερες δικές του θέσεις. Ήταν ένα βιβλίο-σταθμός για τα εκπαιδευτικά πράγματα της περιόδου. 

Ωστόσο, δεν βρήκε θέση στις εκθεσιακές και άλλες εκδηλώσεις για την Ι.Α. και το Ι.Π., όπου φιλοξενούνταν και προβάλλονταν, αθέλητα ή ηθελημένα, συγκεχυμένες ή και παραπλανητικές αναφορές σε απόψεις βουλευτών, ενοχοποιητικές υποτίθεται για τους Ριζοσπάστες, σχετικά με το «πτώμα» και τη «de facto» ή «de jure» κατάργηση της Ι.Α. στη διάρκεια συζητήσεων στην Ιόνια Βουλή!  

Τόνιζε χαρακτηριστικά ο Λούντζης το 1857 για την κατάσταση στην Ι.Α. και το τι προέκυπτε για τον αριθμό των υποψήφιων να φοιτήσουν σε αυτήν, σύμφωνα με τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί, την κατάσταση της Εκπαίδευσης των χαμηλότερων βαθμίδων στα νησιά και την αναπόφευκτη προτίμηση στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών: «Ήθελε προκύψει το γελοίον τούτο, να ήναι ο αριθμός αυτών ίσος του αριθμού των καθηγητών». Επισήμαινε ότι παλαιότεροι και νέοι περιορισμοί που είχαν επιβληθεί στη δράση της το 1856 είχαν ως αποτέλεσμα αυτή να μένει μόνο ως όνομα ανώτατο εκπαιδευτήριο και είχαν επιφέρει στην πραγματικότητα «την κατάργησιν του υπάρχοντος υπό το όνομα του Πανεπιστημίου ή της Ακαδημίας ανωτάτου εκπαιδευτηρίου», με συνέπεια να απαιτείται μια εκ βάθρων επανίδρυσή του που δεν ήταν σε εκείνες τις συνθήκες εφικτή. Όπως σημείωνε, αυτό ήταν φανερό στον καθένα, «εκτός αν θέλη να υπάρχη το όνομα τούτο, τουτέστον η πλάνη αυτή», παραβλέποντας το ότι «τόσον μάλλον ολεθρία όσον και της αμαθείας είναι μεγαλυτέρα πληγή και μάλλον επικίνδυνος η ημιμάθεια». 

Ο Λούντζης έθετε ζήτημα «εκ των ερειπίων» της Ι.Α. να υπάρξει «ενίδρυσις» του Πανεπιστημίου, αφού «ετοιμασθώσι μαθηταί, δεόντως προπαρασκευασμένοι» και εξασφαλιστούν οι αναγκαίες χρηματοδοτήσεις ώστε να μπορεί όντως να γίνεται λόγος για Πανεπιστήμιο και αυτό να είναι προσιτό σε μεγάλο μέρος του λαού των νησιών. «Δεν αμφιβάλλω», έλεγε, «ότι εν τω ενιδρυομένω εν τη πρωτευούση του μικρού Κράτους τούτου ανωτέρω διδακτηρίου, αι επιστήμαι, λαμβάνουσαι ιδιοτύπου χαρακτήρος ανάπτυξιν, ήθελον ανάψει εστίαν φωτός το οποίον, εφάμιλλον του ήδη εκχυομένου υπό του ακμάζοντος εν τη πρωτευούση του Ελληνικού Βασιλείου Πανεπιστημίου, ήθελε ρίπτει τας φωτοβόλους ακτίνας επί μεγάλης μερίδος». 

Κι όμως! 

Παρά το πλήθος των στοιχείων που έχουν γίνει γνωστά μέχρι σήμερα για την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία η βρετανική διοίκηση οδήγησε την Ι.Α. καθιστώντας την φάντασμα του αρχικού εαυτού της, αλλά και παρά την πληθώρα στοιχείων για τη σταθερή μέριμνα των Ριζοσπαστών για ένα πλήρες εκπαιδευτικό σύστημα που να αγκαλιάζει το σύνολο του λαού και να απαλλάσσει τα φτωχά λαϊκά στρώματα από τα οδυνηρά δίδακτρα, με την ευκαιρία των επετειακών εκδηλώσεων διάφοροι μελετητές συνέχισαν να βάλλουν εναντίον εκείνων για τον ενταφιασμό και την κατάργηση της Ι.Α., τελικά, το 1865, με νόμο της Βουλής των Ελλήνων. Με παρερμηνείες και λαθροχειρίες σκοπιμότητας, είτε λόγω ελλιπούς αξιοποίησης των διαθέσιμων ιστορικών υλικών, δεν διστάζουν να μεταθέτουν στην προοδευτική επτανησιακή πολιτική πτέρυγα της εποχής τις ευθύνες που εκ των πραγμάτων βαραίνουν τους Βρετανούς επικυρίαρχους και τους υποτακτικούς τους στην κυβέρνηση του Ιόνιου βρετανικού προτεκτοράτου, την Ιόνια Γερουσία, την εκτελεστική εξουσία του κρατικού μορφώματος στην οποία, βέβαια, ουδέποτε μετείχε εκπρόσωπος των Ριζοσπαστών. Για να γίνουν μάλιστα πιστευτοί «διϋλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον», καταφεύγοντας σε επιλεκτική και διαστρεβλωμένη παρουσίαση μέρους των πρακτικών από συνεδριάσεις της Ιόνιας Βουλής και επιτροπών της.

 

perigilf012

 

Έτσι, επικαλούμενοι τοποθέτηση του βασικού Ριζοσπάστη βουλευτή Κων. Λομβάρδου στην Ιόνια Βουλή τον Ιούλιο του 1852, διαγράφουν δήλωσή του στη διάρκεια της συνεδρίασης για εμφανή «παρανόηση» όσων είχε πει και επιμένουν ότι «πρότεινε την κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας», καθώς και ότι αυτό πρότειναν σταθερά οι Επτανήσιοι Ριζοσπάστες, σε αντίθεση με τους Μεταρρυθμιστές. 

Ωστόσο, τα πρακτικά της επίμαχης συνεδρίασης της Ιονίου Βουλής, αναδεικνύουν ότι ο Λομβάρδος, αντιδρώντας σε πρόταση του Γενικού Θησαυροφύλακα της αρμοστείας να φορτωθεί στις πλάτες του λαού δάνειο από το λονδρέζικο Σίτι, ανέφερε ακριβώς ετούτο: «Ας σκεφθώμεν λοιπόν επί της ελαττώσεως ή και καταργήσεως των εξόδων διαφόρων κλάδων ανωφελών ή ήττον αναγκαίων». Ανέφερε ως πρώτον από αυτούς τους κλάδους κάποια ατμόπλοια, θέτοντας δευτερευόντως ζήτημα για την Ι.Α., έτσι όπως την είχαν καταντήσει, υποστηρίζοντας ότι «δια την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων στρεβλώνει τον νουν των μαθητών» που είχαν απομείνει. Η τοποθέτησή του αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και κατηγορίες από υπέρμαχους τόσο της συνέχισης όσο και της παύσης της λειτουργίας της Ι.Α., οι οποίοι δεν αρνούνταν την τραγική και αναντίστοιχη με πανεπιστημιακό ίδρυμα κατάστασή της, αφού ο Λομβάρδος, χωρίς να προτείνει τον τερματισμό της λειτουργίας της, είχε πει την αλήθεια, θέτοντας την κυβέρνηση προ των ευθυνών της, μεταξύ άλλων για διασπάθιση του δημόσιου χρήματος. Υποστήριξε ότι «κατά τους παρελθόντας χρόνους η Ακαδημία ωφέλησεν μεγάλως», αποκαλύπτοντας για την κατάσταση που επικρατούσε πια, γενικά σε αυτήν, πολύ περισσότερο μάλιστα στη λεγόμενη Ιατρική Σχολή της: «Σήμερον (...) ουδεμίαν δύναται να παρέξη ωφέλειαν (...) Διδάσκεται η φυσιολογία χωρίς πειράματα, η ανατομία χωρίς πτώματα, η κλινική χωρίς ασθενείς (...)». Ο ομοϊδεάτης του βουλευτής Κ. Βερύκιος, αν και για δικούς του λόγους παρερμήνευσε τα λεγόμενα του Λομβάρδου και μίλησε για πρόταση κατάργησης της Ι.Α., δίνοντας την εντύπωση ότι αυτό πρέσβευαν γενικότερα οι Ζακύνθιοι βουλευτές, αναφέρθηκε αναλυτικά «εις την έλλειψιν των αναγκαίων βοηθητικών μέσων, βοτανικού κήπου και ανατομικού θεάτρου (σ.σ. για την Ιατρική Σχολή, είχαν παύσει προ πολλού να υπάρχουν αλλά η Σχολή συνέχιζε να λειτουργεί), βιβλιοθήκης (σ.σ. για επιμέρους Σχολές), μουσείων και άλλων τοιούτων» μέσων στοιχειωδών για τη λειτουργία οποιασδήποτε Σχολής του Ιδρύματος, το οποίο, όπως τόνισε,  απορροφούσε «μέγα μέρος των ιδρώτων του λαού, ουδεμίαν ωφέλειαν παράγον». Για τους λόγους αυτούς μοιραία, εξήγησε, όλοι σχεδόν είχαν στραφεί στο αξιόπιστο Πανεπιστήμιο της Αθήνας που ελεγχόταν πλήρως, βέβαια, από το Ελληνικό Κράτος. Ο Λομβάρδος τόνισε παρεμβαίνοντας «Παρενοήθη ο λόγος μου δια το πανεπιστήμιον». Επίσης, ο βουλευτής Ε. Λούντζης επισήμανε ότι η Ι.Α. «εις άλλην εποχήν παρείχεν πραγματικάς ωφελείας», εκφράζοντας τη σαφή ευχή-επιδίωξη να μπορέσει «να επανέλθη εις τον αυτόν βαθμόν». 

Σε δημαγωγικές τοποθετήσεις Μεταρρυθμιστών βουλευτών, που επεδίωκαν να μεταθέσουν στον Λομβάρδο τις ευθύνες για την προοπτική κατάργησης και «de jure» της Ι.Α. από τους Βρετανούς, αντέδρασε εύστοχα ο βουλευτής Κ. Κοριανίτης. Τον υπερασπίστηκε απέναντι σε όλους όσοι ερμήνευαν κατά το δοκούν την τοποθέτησή του, σημειώνοντας ότι αυτή ούτε την αλήθεια παραγνώριζε «ούτε κατάργησιν καταστημάτων περιείχεν». 

Διάφοροι κατήγοροι των Ριζοσπαστών, που αντιπαραβάλλουν θέσεις ορισμένων Μεταρρυθμιστών για τη διατήρηση του «πτώματος» της Ι.Α., παραλείπουν εξάλλου να αναφέρουν τις ξεκάθαρες κατηγορίες των Ριζοσπαστών για δαπάνες διασπάθισης των δημόσιων πόρων υπέρ «ημετέρων», καθώς αυτή αποτελούσε επί μακρόν, μέσω της βρετανικής διοίκησης, μηχανισμό πολιτικής διαφθοράς, «βολέματος» και παροχής πλουσιοπάροχων αμοιβών σε κορυφαίους Μεταρρυθμιστές, πολιτικούς αντιπάλους του αγώνα των Ριζοσπαστών για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού!

Το άκρον-άωτον όμως των σχετικών κατηγοριών εναντίον των Ριζοσπαστών, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η θαρραλέα αναγνώριση εκ μέρους τους της μη λειτουργικής κατάστασης στην οποία το καθεστώς είχε οδηγήσει την Ι.Α. επιτρέπει παρερμηνείες, αφορά τη συζήτηση για την Εκπαίδευση και την κατάργηση της Ι.Α., που έγινε με επίσημη πρόταση στην Ιόνια Βουλή δέκα χρόνια μετά, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1862, χωρίς να γίνει τελικά ψηφοφορία. Η πρόταση κατάργησης είχε προέλθει υποτίθεται από τους Ριζοσπάστες και ευθύνονταν γι' αυτήν οι... ιδεοληψίες τους εναντίον των Βρετανών. 

Είναι όμως έτσι; Ή ήταν άραγε η ίδια η Γερουσία, δηλαδή η κυβέρνηση φίλων των Μεταρρυθμιστών και των ξεπεσμένων αριστοκρατών που είχε διορίσει ο Βρετανός αρμοστής Στορκς, εκείνη που πρότεινε το «λουκέτο» στο Πανεπιστήμιο, μέσω Έκθεσης Επιτροπής που η ίδια διόρισε, ενώ κορυφώνονταν στοχευμένες προσπάθειες στροφής των εύπορων νέων σε πανεπιστήμια της Βρετανίας, αντί εκείνου της Αθήνας; Πράγματι, ενώ οι κατήγοροι των Ριζοσπαστών αποκρύπτουν κάθε σχετική αναφορά και χρεώνουν σε εκείνους την πρόταση, ήταν η Γερουσία που με ποικίλα επιχειρήματα εισηγήθηκε το «λουκέτο»! 

Τα επίσημα πρακτικά μιλούν από μόνα τους. Η επί της Παιδείας βουλευτική επιτροπή του Ιονίου Κοινοβουλίου, αποτελούμενη σε μεγάλο βαθμό από Ριζοσπάστες, συνέταξε Έκθεση με τις δικές της θέσεις της, ως απάντηση στην Έκθεση της Επιτροπής της κυβέρνησης, σχετικά με προτεινόμενη μεταρρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης (βλ. «Η Εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Προστασίας» σελ. 412-415, καθώς και Αρχείο ΑΕΚ για εκπαιδευτικά ζητήματα, υλικά με αρ. 802). 

Όπως τονίζουν οι βουλευτές, σχετικά με τη «διαληφθείσα» από τη Γερουσία, δηλαδή από την κυβέρνηση, Έκθεση «διοργανώσεως των εκπαιδευτηρίων» της Επτανήσου, αυτή περιείχε τέσσερις κυρίως προτάσεις: «1. Κατάργησιν της Ακαδημίας (...)». 

Η απαντητική αυτή Έκθεση των Ριζοσπαστών κατά κύριο λόγο βουλευτών χαρακτηρίζεται από την υπευθυνότητά της, δεν υποκύπτει στις δημαγωγικές «ήξεις αφήξεις» και ανεύθυνες και καιροσκοπικές τοποθετήσεις των Μεταρρυθμιστών και αποτελεί κόλαφο εις βάρος των Βρετανών, των κυβερνητικών τοποτηρητών τους και των κάθε λογής «ρεαλιστών» συνεργατών τους, της ταξικής εκπαιδευτικής πολιτικής τους και της πολιτικής υποκρισίας τους. 

Τονίζονται σε αυτήν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Καθ' όσον μεν αφορά την προτεινομένην κατάργησιν της Ακαδημίας η Βουλευτική Επιτροπή κατά πλειοψηφίαν την παραδέχεται δια τε τους λόγους τους εν τη αυτή εκθέσει ενδιαλαμβανομένους και δια την μέχρι τούδε ασήμαντον ωφέλειαν σχετικώς ως προς το πολυδάπανον της διατηρήσεώς της και τέλος διότι τοιαύτα καθιδρύματα της ανωτέρας εκπαιδεύσεως όσω μάλλον λαμπρύνουσιν την Πολιτείαν όταν είναι εντελώς διωργανισμένα και παράγωσι τελεσφόρα αποτελέσματα, τοσούτω μάλλον συντείνουσιν εις χλευασμόν αυτής όταν εξελέγχονται άσκοπα και δυσανάλογα προς τας κοινωνικάς ανάγκας, αίτινες άλλως πως ηδύναντο να θεραπευθώσι προσφυέστερον και αποτελεσματικότερον (...) Δια της  ανομοιομόρφου της εκπαιδεύσεως η Κυβέρνησις πέποιθεν ότι διαρρήδην εκφράζεται εν αυτή τη εκθέσει ότι πραγματοποιεί το μακιαβελλικόν σχέδιόν της του ν' αποκαταστήση την παιδείαν εις την Επτάνησον μονοπώλιον μιας μόνης κοινωνικής τάξεως, της τάξεως των ευπόρων και προυχόντων ώστε μόνα τα τέκνα τούτων να καρπούνται μίαν ημέραν ως ίδιον προνόμιον τας δημοσίας θέσεις και τας εντεύθεν παρεπομένας απολαύσεις τιμώμενα ως ημίθεοι εν θνητοίς, τα δε τέκνα των υποδεεστέρων τάξεων περιοριζόμενα το πολύ εις την απλήν ανάγνωσιν και να γράφουν να βιωτεύσωσιν εν είδει ειλώτων και δουλοπαροίκων, ενώ η ιστορία και η καθημερινή πείρα μαρτυρώσι ότι οι σοφώτεροι και ενδοξότεροι άνδρες εις ευνομουμένας πολιτείας συνήθως εξέρχονται εκ της καπνισμένης καλύβης του χωρικού και του πένητος. Και όμως ποίον αντεθνικόν μέτρον τολμά αντεπιστόλως η Κυβέρνησις να υπαγορεύση εν τω τέλει του ΙΘ' αιώνος εν τη μέση του χριστιανικού πολιτισμού πρεσβεύοντος ως αξίωμα αυτά (...) και η παιδεία οφείλουσι είναι κοινόν κτήμα εκάστου των κοινωνικών τάξεων, εν τω μέσω ελαού ελληνικού εμβιβαπτισμένου ανέκαθεν εις τα νάματα της ισονομίας της Αδελφότητος, προς επιτυχίαν δε του τεκταινομένου σχεδίου της επινοεί αφενός μεν ν' ακρωτηριάση τα Λύκεια ως προκύπτει εκ της κυβερνητικής εκθέσεως περιστέλλουσα αυτά εις την διδασκαλίαν στοιχειωδών τινών μαθημάτων και επανερχόμενη εις το μόλις προ τεσσάρων περίπου ετών καταργηθέν επάρατον σύστημα της εμμίσθου εκπαιδεύσεως (σ.σ. των διδάκτρων) προσδιοριζομένης εις 5 σελλήνια εν εκάστη των μεγάλων νήσων, εις 4 εν Λευκάδι και εις 2 εν εκάστη των μικρών προπληρωτέα κατά τριμηνίαν, σύστημα ούτινος η προ πολλών ετών εφαρμογή παρέβλαψε καιρίως ως γνωστόν τοις πάσι την δημοσίαν εκπαίδευσιν, απέκλεισεν εκ των Λυκείων πλείστους όσους νέους ενδεείς καίτοι οθούντο προς την μάθησιν και επιτέλους επέφερεν εις αυτά την παραλυσίαν και αποσύνθεσιν, αφ' ετέρου δε να συγκεντρώση το σύνολον το σύνολον της εκπαιδεύσεως εις το ενταύθα Γυμνάσιον, όπερ πλουτιζόμενον δι' απάντων σχεδόν των εν τη Ακαδημία επί του παρόντος παραδιδομένων μαθημάτων μετατρέπεται εν πράγματι εις αυτήν ταύτην την Ακαδημίαν, μεταβαλλομένου μόνον του ονόματος».        

Έλεγαν υπεύθυνα αλήθειες: «(...) Αφ ης εποχής χρονολογείται το Πανεπιστήμιον των Αθηνών η ενταύθα Ακαδημία ήρχισε να παρακμάζη, ώστε να μη παράγη ουδεμίαν ωφέλειαν». Αναγνώριζαν θαρρετά ότι λόγω της κατάντιας της, για την οποία κατηγορούσαν τους Βρετανούς, μέχρι να υπάρξει ένα αληθινό Πανεπιστήμιο «το Πανεπιστήμιον των Αθηνών πρέπει να ήναι το μόνο Κέντρον της Ελληνικής νοημοσύνης». Επισήμαιναν: «Κατασπαταλώνται τοσαύτα χρήματα, άτινα ηδύναντο να χρησιμεύσωσι προσφορώτερον εις άλλον ουσιωδέστερον εκπαιδευτικόν σκοπόν». Το 1860, ενώ δημοτικά σχολεία σε μεγάλες περιοχές υπολειτουργούσαν ή έβαζαν «λουκέτο» ελλείψει πόρων, καθώς οι στρατιωτικές δαπάνες των Βρετανών ήταν αβάσταχτες, όλοι κι όλοι οι εγγεγραμμένοι φοιτητές στην μόνο κατ' όνομα πια Ι.Α. ήταν λιγότεροι από εξήντα πέντε! 

Όλα αυτά διαστρέφονται και παρουσιάζονται από διάφορους καλοθελητές αλλοιωμένα, είτε από πλημμελή γνώση είτε -και κυρίως- σκόπιμα. Έτσι ώστε να διαβάλλονται οι Ριζοσπάστες της εποχής, να εξαίρεται ο υποκριτικός και δημαγωγικός ρόλος των Μεταρρυθμιστών και τελικά να αθωώνονται για τη διάλυση της Ι.Α. οι ίδιοι, οι Βρετανοί «Προστάτες» και η κυβερνητική κλίκα τους. Για τον λόγο αυτό «θάβουν» κάθε στοιχείο που βεβαιώνει αδιαμφισβήτητα την απαξίωση και τον απόλυτο εκπεσμό της Ι.Α. μέχρι σημείου χλευασμού της πολύ πριν επέλθει η ένωση των νησιών με την υπόλοιπη Ελλάδα. Συγχρόνως, «καταπίνουν τη γλώσσα τους» για τη βρετανική επιδίωξη -ιδίως όταν διαφάνηκε ως αναπότρεπτη η ένωση- να στραφούν οι εύποροι Επτανήσιοι νέοι στα βρετανικά πανεπιστήμια, αντί του Πανεπιστημίου της Αθήνας. 

Ωστόσο, όλα τα στοιχεία «φωνάζουν» ότι η ριζοσπαστική πολιτική πτέρυγα της εποχής, ανεξάρτητα από επίσης εμφανείς επιμέρους τοπικιστικές και ταξικά αμφιλεγόμενες απόψεις κάποιων μελών της, έδινε πολλές φορές επίμονο και θαυμαστό αγώνα αρχών για την Παιδεία λαμβάνοντας υπόψη της σε μεγάλο βαθμό τις λαϊκές ανάγκες, προφανώς σε συνδυασμό με τις πραγματικές ανάγκες μιας ανερχόμενης αστικής τάξης που ζητούσε από τους Βρετανούς και τα ηνία της εξουσίας. Αξίωνε πριν απ' όλα, όπως το είχε θέσει ο Ε. Λούντζης το 1857 στο βιβλίο του, «την πολλαπλασίασιν των σχολείων» στα Επτάνησα, με την προοπτική «ενίδρυσης» της Ι.Α., ως αληθινού Πανεπιστημίου χωρίς προκαθορισμένους ταξικούς φραγμούς, δίχως  βρετανικά δεσμά και «εφάμιλλου» στους τομείς που θα είχε με το Πανεπιστήμιο της Αθήνας. 

Μάταια ο Λούντζης το 1855 είχε επισημάνει, μιλώντας στην Ιόνια Βουλή για την Ι.Α., ότι «αι επιστήμαι πρέπει να διδάσκωνται εν τη ακεραιότητι αυτών και όχι ηκρωτηριασμέναι», καθώς η Ακαδημία, με ευθύνη των Βρετανών και των πολιτικών στηριγμάτων τους που αντιμάχονταν τους Ριζοσπάστες, λειτουργούσε περίπου «ως τερατόμορφον τι» και βυθιζόταν στην ανυποληψία και την ανυπαρξία. 

Από το 1850, άλλωστε, η Ριζοσπαστική εφημερίδα «Φιλελεύθερος» καυτηρίαζε το απατηλό βρετανικό εκπαιδευτικό οικοδόμημα, τη διαφθορά και την καταλήστευση του λαού στα Επτάνησα, επισημαίνοντας: «Εγκαθιδρύθησαν τάχα πανεπιστήμια και σχολεία με πομπώδη προγράμματα και κανονισμούς και εν τοσούτω απέμενον πάντοτε κενά από μαθήματα και καθηγητάς. Η νεολαία περιήρχετο τας Ακαδημίας της Ευρώπης, η δημοτική εκπαίδευσις ευρίσκετο παντελώς παρημελημένη και ένεκα των από σκοπού παρεμβαλλομένων προσκομάτων, εις αθλιεστάτην κατάστασιν. Και όμως το δημόσιον ταμείον κατεξόδευεν, εφόσον εφαίνετο, υπέρογκα ποσά»!        

Τα ψέματα λοιπόν των κατηγόρων των Ριζοσπαστών εκείνης της εποχής, όπως άλλωστε και τα αντίστοιχα των αντιπάλων των σύγχρονων ριζοσπαστών για τις θέσεις τους για το Ι.Π. και τα άλλα ΑΕΙ της δικής μας εποχής, έχουν κοντά ποδάρια!  

Ας ελπίσουμε ότι δεν θα αργήσει κι άλλο να γίνει πραγματικότητα μια ιδέα που είχε διατυπώσει το 2014 η πρώην πρύτανης του Ιονίου Πανεπιστημίου, Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη. Η πρόταση αφορούσε τον σχεδιασμό και την υλοποίηση προγράμματος του ίδιου του Ι.Π., με αντικείμενο μια συνθετική καταγραφή της ιστορίας της Ιόνιας Ακαδημίας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν έλθει στο φως ή έχουν εντοπιστεί σε διάφορες πηγές και έχουν μείνει αναξιοποίητα. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρέπει να αφορά μόνον την αρχική περίοδο της λειτουργίας της, όπως είχε προτείνει, αλλά ολόκληρη την περιπετειώδη ιστορία του πρώτου Πανεπιστημίου στη σύγχρονη Ελλάδα.    

ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ

5

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2025 11:10

Please publish modules in offcanvas position.